​Ο Amstrad CPC464 ήταν ένας από τους πιο πετυχημένους υπολογιστές στην Ευρώπη. Πωλήθηκαν περισσότεροι από δύο εκατομμύρια κομμάτια. Παρά τα κοινά, για την εποχή, χαρακτηριστικά του ήταν πολύ δημοφιλής λόγω της πολύ χαμηλής τιμής του αλλά και μιας έξυπνης εμπορικής επιλογής της Amstrad, να πωλείτε ”κομπλέ” με όλα τα περιφερειακά του

  • Περίοδος Κυκλοφορίας : 1984-1990
  • Γλώσσα Προγραμματισμού : Locomotive Basic
  • Λειτουργικό Σύστημα : AMSDOS, CP/M
  • Επεξεργαστής : Zilog Z80A στα 4 MHz
  • Μνήμη : 64Kb
  • Γραφικά : max 640 x 200 με 2 χρώματα
  • Ήχος : 3 κανάλια / 8 οκτάβες​

Ιστορικά Στοιχεία

Ο CPC 464 κυκλοφόρησε επίσημα στις 21 Ιουνίου του 1984 και ήταν ο «πατέρας» ολόκληρης της μετέπειτα οικογένειας CPC. Σχεδιάστηκε με έναν ξεκάθαρο σκοπό: να αποτελέσει τον άμεσο ανταγωνιστή του Commodore 64. Παρά το γεγονός ότι δεν διεκδικούσε βραβείο ομορφιάς –για πολλούς μάλιστα το μαύρο ορθογώνιο κουτί του με τα πολύχρωμα πλήκτρα ήταν έως και άσχημο– διέθετε μια μοναδική πρακτικότητα. Ήταν απίστευτα εύκολο να συνδέσεις τον υπολογιστή με την οθόνη του, να τον βάλεις στην πρίζα και να αρχίσεις να δουλεύεις ή να παίζεις αμέσως.

Με αυτή την «all-in-one» φιλοσοφία, η Amstrad κατάφερε να συμπιέσει το κόστος παραγωγής και να προσφέρει το μηχάνημα στην προκλητική τιμή των £200 με την πράσινη μονόχρωμη οθόνη και των £300 με την έγχρωμη. Το γεγονός ότι ο υπολογιστής ερχόταν πακέτο με το δικό του μόνιτορ ήταν κάτι το συγκλονιστικά εξεζητημένο για τα δεδομένα της εποχής. Οι τυχεροί χρήστες του 464, και ειδικότερα εκείνοι που είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν την έγχρωμη έκδοση, έβλεπαν κυριολεκτικά αφ’ υψηλού τους κατόχους άλλων υπολογιστών, οι οποίοι έπρεπε να παρακαλάνε για να πάρουν την τηλεόραση του σαλονιού. Η οθόνη της Amstrad προσέφερε μια πεντακάθαρη, ξεκούραστη εικόνα, γλιτώνοντας τους χρήστες από τον εκνευριστικό χαμένο χρόνο της χειροκίνητης ρύθμισης των καναλιών στην τηλεόραση.

Στα παρασκήνια της δημιουργίας του, το αρχικό πρωτότυπο του 464 –που έφερε το μυστικό κωδικό όνομα «Arnold»– βασιζόταν αρχικά στον επεξεργαστή 6502 της MOS Technology και μπορούσε να διαχειριστεί μόλις 32Kb μνήμης. Η Amstrad, θέλοντας να δώσει στο μηχάνημα τη δική του, φιλική Basic, απευθύνθηκε στην Locomotive Software. Η Locomotive, όμως, προτιμούσε τον σαφώς γρηγορότερο επεξεργαστή Z80 και κατάφερε να πείσει την Amstrad να αλλάξει την αρχιτεκτονική του υπολογιστή. Η κίνηση αυτή αποδείχθηκε προφητική και καθοριστική για το μέλλον. Καθώς ο Amstrad μοιραζόταν πλέον τον ίδιο επεξεργαστή με τον ZX Spectrum, έγινε πολύ πιο εύκολο για τις εταιρείες να μεταφέρουν τα παιχνίδια από τον «Speccy» στον CPC – αν και το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα επιτυχημένο, αφού πολλές φορές οι βιαστικές αυτές μεταφορές δεν εκμεταλλεύονταν καθόλου τα ανώτερα χαρακτηριστικά του hardware του Amstrad.

Παρά την τεράστια δημοτικότητα και τις εκατομμύρια πωλήσεις που σημείωσε, ειδικά στην Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη, ο CPC 464 κουβαλούσε πάντα ένα μικρό παράπονο: δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει στα μάτια της ιστορίας την απόλυτη, μυθική λάμψη που περιέβαλλε τον ZX Spectrum και τον Commodore 64. Παρέμεινε όμως ο τίμιος, εργατικός και αγαπημένος σύντροφος μιας ολόκληρης γενιάς.

Software

Η Locomotive BASIC δεν ήταν απλώς μια γλώσσα προγραμματισμού, θεωρούνταν  και όχι άδικα, μία από τις καλύτερες, πιο εξελιγμένες και γρήγορες εκδοχές της BASIC  στα 8-bit συστήματα. Σε άμεση σύγκριση με την εξαιρετικά περιορισμένη BASIC του Commodore 64, η Locomotive προσέφερε στους επίδοξους προγραμματιστές μια απλότητα που έμοιαζε με όνειρο. Παρείχε ενσωματωμένη, πανίσχυρη υποστήριξη για προηγμένα γραφικά και εκτεταμένες εντολές για τον έλεγχο του ήχου, επιτρέποντας στον καθένα να δημιουργήσει σχήματα και μελωδίες με ελάχιστες γραμμές κώδικα – κάτι που φάνταζε χωρίς προηγούμενο για εκείνη την ρομαντική εποχή.

Στα σπλάχνα του 464, ο χρήστης είχε τη δυνατότητα να «τρέξει» το AmsDOS (το επίσημο λειτουργικό σύστημα της Amstrad), αλλά και το θρυλικό, επαγγελματικό CP/M (στις εκδόσεις 2.2 ή 3.0), με την προϋπόθεση βέβαια της χρήσης ενός εξωτερικού disk drive. Μέσα από το AmsDOS, ο υπολογιστής αποκτούσε μια μοναδική ευελιξία, με τη χρήση των ειδικών εντολών RSX, ο χρήστης μπορούσε να επικοινωνήσει άμεσα με εξωτερικά περιφερειακά, όπως disk drives, light pens και speech synthesizers. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να προηγηθεί ο χαρακτηριστικός, μαγικός χαρακτήρας «|» πριν από την εντολή, όπως για παράδειγμα το πασίγνωστο «|DISC». Παράλληλα, η υποστήριξη του CP/M άνοιγε την πόρτα σε μια αχανή πληθώρα σοβαρών, επαγγελματικών προγραμμάτων της εποχής, αποδεικνύοντας ότι ο Amstrad δεν ήταν απλώς μια παιχνιδομηχανή, αλλά ένας ολοκληρωμένος, σοβαρός υπολογιστής για κάθε εργασία.

​Hardware

Αν κοιτάξουμε κάτω από το καπό, ο CPC 464 βασίζεται στον πασίγνωστο επεξεργαστή Zilog Z80, ο οποίος στα χαρτιά έτρεχε στα 4MHz. Στην πραγματικότητα όμως, επειδή ο επεξεργαστής έπρεπε να μοιράζεται τη μνήμη RAM με το κύκλωμα των γραφικών, η πραγματική του ταχύτητα περιοριζόταν στα 3.3MHz – ένας μικρός συμβιβασμός για χάρη της εικόνας. Η συνολική του μνήμη, όπως πρόδιδε περήφανα και το όνομά του, ήταν 64Kb, από τα οποία απέμεναν τελικά 42Kb ελεύθερα στον χρήστη για να ξεδιπλώσει τα προγραμματιστικά του σχέδια. Η ROM του έφτανε τα 32Kb, χωρισμένη σε δύο ίσα μέρη: στο ένα βρισκόταν η Locomotive BASIC v1.0 και στο άλλο το πολύτιμο Amstrad Firmware που κρατούσε τις ισορροπίες στο σύστημα.

Στο κομμάτι των γραφικών, ο Amstrad πρόσφερε τρία διαφορετικά modes απεικόνισης, ανάλογα με τις ανάγκες του εκάστοτε παιχνιδιού ή προγράμματος:

  • Mode 0 (Multicolor): Μια χαμηλή ανάλυση 160×200 pixels, που όμως αποζημίωνε τους gamers με 16 ζωντανά, ταυτόχρονα χρώματα στην οθόνη και 20 γραμμές κειμένου.
  • Mode 1 (Normal): Η κλασική, ισορροπημένη ανάλυση στα 320×200 pixels με 4 χρώματα και 40 γραμμές κειμένου, όπου έτρεχαν τα περισσότερα παιχνίδια της εποχής.
  • Mode 2 (High Resolution): Η υψηλή ανάλυση των 640×200 pixels, ιδανική για σοβαρές εφαρμογές, με 2 μόνο χρώματα και 80 γραμμές κειμένου.

Ολόκληρη η παλέτα του CPC περιλάμβανε συνολικά 27 πανέμορφα χρώματα, ενώ η video RAM άγγιζε τα 16Kb. Η διαχείριση αυτής της οπτικής πανδαισίας βασιζόταν στον θρυλικό ελεγκτή CRT Motorola HD6845, ο οποίος ρύθμιζε το μέγεθος, τη θέση της οθόνης και το scrolling, σε απόλυτη συνεργασία με το περίφημο τσιπ «Gate Array» της ίδιας της Amstrad, που αναλάμβανε την επιλογή των χρωμάτων και τη διαμόρφωση της μνήμης. Η τελική έξοδος του σήματος γινόταν μέσα από μια κλασική  υποδοχή DIN 6 pins που οδηγούσε κατευθείαν στο μόνιτορ.

Ο ήχος του υπολογιστή βασιζόταν στο τσιπ AY-3-8912 της General Instrument. Είχε την ικανότητα να παράγει 3 ανεξάρτητα κανάλια που απλώνονταν σε 8 οκτάβες, καθώς και 1 επιπλέον κανάλι καθαρού θορύβου για τα εφέ των εκρήξεων και των πυροβολισμών. Η ακρόαση γινόταν είτε μονοφωνικά, μέσα από ένα μικρό, ενσωματωμένο ηχείο πάνω στο σώμα του υπολογιστή, είτε στερεοφωνικά, ανοίγοντας την πόρτα σε μια μοναδική ακουστική εμπειρία μέσα από την κλασική υποδοχή jack των 3.5 mm.

Συνολικά κατασκευάσθηκαν 4 διαφορετικές εκδόσεις του motherboard

Υπεύθυνο για την επικοινωνία όλων των εξωτερικών περιφερειακών μονάδων, αλλά και για τον έλεγχο του πληκτρολογίου και του ενσωματωμένου κασετοφώνου, είναι το πασίγνωστο τσιπ Intel 8255 PPI (Programmable Peripheral Interface). Πρόκειται για ένα εξάρτημα-πασπαρτού της εποχής, το οποίο συναντάμε επίσης στην αρχιτεκτονική των υπολογιστών MSX, αλλά και στον αυθεντικό, ιστορικό IBM PC.

Το πληκτρολόγιο του CPC 464 είναι πλήρες, τύπου γραφομηχανής, και ξεχωρίζει για την άνεσή του, διαθέτοντας ειδικά extra πλήκτρα για τη μετακίνηση του κέρσορα (βελάκια), καθώς και ένα πλήρες αριθμητικό πληκτρολόγιο (numpad) στη δεξιά πλευρά – κάτι που έδινε στο μηχάνημα μια έντονη επαγγελματική αίσθηση. Ακριβώς δίπλα, το ενσωματωμένο κασετόφωνο, που δοκίμασε την υπομονή των παιδικών μας χρόνων, είχε τη δυνατότητα να διαβάζει και να γράφει δεδομένα σε δύο ταχύτητες: στα 1 kBaud (Standard) ή στα 2 kBaud (High Speed).

Στο πίσω μέρος του υπολογιστή ξετυλίγεται ολόκληρος ο χάρτης της συνδεσιμότητας. Εκεί βρίσκουμε την έξοδο video, την υποδοχή τροφοδοσίας 5V DC (που έπαιρνε ρεύμα κατευθείαν από το μόνιτορ), τις θύρες για τη σύνδεση εξωτερικού floppy drive και εκτυπωτή, το user port όπου μπορούσαμε να συνδέσουμε το joystick για ατελείωτες ώρες παιχνιδιού, και φυσικά το stereo jack των 3.5 mm. Τέλος, στη δεξιά πλευρά, δεσπόζει ο κλασικός, ανάγλυφος διακόπτης ON/OFF, μαζί με τον ροοστάτη που ρύθμιζε την ένταση του ήχου.

​

Το οικοσύστημα του CPC 464 συμπληρωνόταν από μια εντυπωσιακή γκάμα εξαρτημάτων, που μπορούσαν να μεταμορφώσουν το μηχάνημα από έναν απλό οικιακό υπολογιστή σε ένα πανίσχυρο εργαλείο. Μερικά από τα πιο ποθητά περιφερειακά που μπορούσε να συνδέσει κανείς στο πίσω μέρος του Amstrad ήταν το θρυλικό εξωτερικό disk drive «DDI-1» (που έφερε την επανάσταση των δισκετών 3 ιντσών), το πρωτοποριακό «AMX Mouse» για πιο άνετο χειρισμό, το μαγικό «Amstrad Light Pen» για σχεδίαση απευθείας στην οθόνη, και ο κλασικός θορυβώδης εκτυπωτής «DMP 2000».

Παράλληλα, υπήρχαν επιλογές όπως ο μετατροπέας «MP1 Scart Adaptor» (για όσους ήθελαν να συνδέσουν τον υπολογιστή στην τηλεόραση του σπιτιού), η επαγγελματική θύρα «RS-232c interface», ο εντυπωσιακός «Vocal Synthesizer» που έδινε ψηφιακή φωνή στο μηχάνημα, αλλά και ο εξειδικευμένος μουσικός συνθέτης «Techni-Musique Musical Synthesizer». Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος επιλογών που επέτρεπε στον Amstrad να μεγαλώνει μαζί με τις ανάγκες του χρήστη του.

CPC 472

Ναι υπήρχε! Είναι η ισπανική έκδοση του 464!

Η ιστορία πίσω από τον 472

Στην Ισπανία της δεκαετίας του ’80, ψηφίστηκε ένας αυστηρός νόμος με σκοπό την προστασία και την προώθηση της ισπανικής γλώσσας έναντι της αγγλικής στον κόσμο των υπολογιστών. Βάσει αυτής της ιδιαίτερης νομοθεσίας, θεσπίστηκε ένας τσουχτερός φόρος για όλους τους οικιακούς υπολογιστές που διέθεταν 64Kb μνήμης ή λιγότερη, στην περίπτωση που έλειπε από το πληκτρολόγιό τους ο χαρακτηριστικός ισπανικός χαρακτήρας «Ñ» με την περισπωμένη.

Βρισκόμενη αντιμέτωπη με αυτό το φόρο, η Amstrad επιστράτευσε μια απίστευτη, σχεδόν κωμική εμπορική πονηριά. Αντί να μπει στα τεράστια έξοδα να αλλάξει άμεσα τη γραμμή παραγωγής των πληκτρολογίων της, αποφάσισε να προσθέσει στο μηχάνημα 8Kb επιπλέον μνήμης RAM, δημιουργώντας έτσι το μοντέλο CPC 472. Το φοβερό της υπόθεσης ήταν ότι αυτά τα έξτρα 8Kb ήταν εντελώς εικονικά και μη λειτουργικά, καθώς το σύστημα δεν μπορούσε καν να τα αξιοποιήσει! Ήταν όμως μια ιδιοφυής λύση με πολύ μικρότερο κόστος, που επέτρεψε στην Amstrad να «βαφτίσει» τον υπολογιστή 72άρη, να προσπεράσει νόμιμα τον ισπανικό φόρο και να γράψει ένα από τα πιο θρυλικά ανέκδοτα στην ιστορία του hardware.

Σύντομα, βέβαια, η ισπανική κυβέρνηση αντιλήφθηκε το έξυπνο τέχνασμα και άλλαξε τον νόμο, κλείνοντας οριστικά το παραθυράκι: η υποχρεωτική παρουσία της περισπωμένης ίσχυε πλέον για όλα τα μηχανήματα, ανεξαρτήτως της χωρητικότητας της μνήμης τους. Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, η Amstrad αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει και να επανασχεδιάσει το πληκτρολόγιο για την ισπανική αγορά.

Αυτό το ιστορικό κυνηγητό άφησε πίσω του μια μοναδική κληρονομιά: έτσι γεννήθηκαν δύο διαφορετικές, εξαιρετικά σπάνιες εκδόσεις του CPC 472 – μία με το πλήκτρο της περισπωμένης και μία χωρίς. Το κοινό τους σημείο; Και οι δύο κουβαλούσαν μέσα τους εκείνα τα περίφημα, εντελώς άχρηστα αλλά ιστορικά 8Kb επιπλέον μνήμης.

Schneider CPC-464
Στην απαιτητική αγορά της Γερμανίας, ο 464 ακολούθησε ένα ελαφρώς διαφορετικό, πιο σοβαρό μονοπάτι. Κυκλοφόρησε μέσω της γερμανικής εταιρείας Schneider, φέροντας το δικό της, αναγνωρίσιμο όνομα, ενώ αργότερα παρόμοια μηχανήματα κατασκευάστηκαν και για άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως τη Γαλλία και την Ισπανία.Ουσιαστικά, κάτω από το περίβλημα κρυβόταν το ίδιο ακριβώς μηχάνημα, όμως η εξωτερική του εμφάνιση άλλαξε ριζικά για να ταιριάζει με το πιο αυστηρό γερμανικό γούστο, αποκτώντας ένα σασί και πλήκτρα με σαφώς λιγότερα και πιο «σοβαρά» χρώματα, αφήνοντας πίσω τα πολύχρωμα κουμπιά της αγγλικής έκδοσης. Παράλληλα, υπήρχαν και μερικές πολύ ουσιαστικές αναβαθμίσεις στο hardware. Στο πίσω μέρος, οι φτηνές επαφές της Amstrad αντικαταστάθηκαν από σαφώς καλύτερης ποιότητας και πιο στιβαρές υποδοχές. Επιλέον, η γερμανική έκδοση διέθετε στο εσωτερικό της ένα ειδικό, μεταλλικό προστατευτικό περίβλημα για τη μείωση των ραδιοεκπομπών (RF), ώστε να εναρμονίζεται με την αυστηρή γερμανική νομοθεσία – μια προσθήκη που έκανε τον Schneider αισθητά βαρύτερο, αλλά και πιο premium στην αίσθηση σε σχέση με τον αγγλικό του αδελφό.

​Kleincomputer KC Compact
Η πιο εξωτική και συναρπαστική ιστορία στην πορεία του CPC 464, μας ταξιδεύει πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, στην Ανατολική Γερμανία του 1989. Εκεί, η κρατική εταιρεία VEB Mikroelektronik Mühlhausen κατασκεύασε έναν επίσημο, σοβιετικού τύπου κλώνο του Amstrad, με το όνομα KC Compact (όπου «Kleincomputer» στα γερμανικά σημαίνει πολύ απλά μικροϋπολογιστής).Καθώς η πρόσβαση στα αυθεντικά custom τσιπ της Amstrad ήταν αδύνατη λόγω του Ψυχρού Πολέμου, οι Ανατολικογερμανοί μηχανικοί αναγκάστηκαν να κάνουν ένα μικρό θαύμα: σχεδίασαν το hardware από το μηδέν, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά δικά τους και σοβιετικά ηλεκτρονικά εξαρτήματα. Αν και σε επίπεδο πλακέτας το μηχάνημα δεν έμοιαζε καθόλου με τον κλασικό 464, σε επίπεδο λογισμικού πέτυχε μια εντυπωσιακή συμβατότητα με τα παιχνίδια και τα προγράμματα του CPC. Διέθετε 64Kb μνήμης, ένα ελαφρώς τροποποιημένο Firmware που είχαν «δανειστεί» από τον ανώτερο CPC 6128, καθώς και ένα αυτούσιο, πλήρες αντίγραφο της Locomotive BASIC 1.1. Ήταν μια πειρατική, ψηφιακή γέφυρα που ένωσε τους gamers των δύο κόσμων, λίγο πριν το Τείχος του Βερολίνου πέσει για πάντα.Πρόκειται για κλώνο που κατασκευάστηκε στην Ανατολική Γερμανία το 1989 από την εταιρία VEB Mikroelektronik Muhlhausen. Kleincomputer στα γερμανικά σημαίνει μικροϋπολογιστής. Αν και το μηχάνημα δεν ήταν όμοιο με το 464 σε επίπεδο hardware, ήταν σε μεγάλο βαθμό συμβατό με το λογισμικό για CPC. Είχε 64Kb μνήμης και ένα τροποποιημένο firmware του 6128 αλλά και πλήρη αντίγραφο της Locomotive BASIC 1.1.

Games

Κανένα αφιέρωμα στον Amstrad CPC 464 δεν θα ήταν πλήρες χωρίς μια αναδρομή στα ψηφιακά διαμάντια που σημάδεψαν τα παιδικά και εφηβικά μας χρόνια. Ήταν η εποχή που η φόρτωση μιας κασέτας απαιτούσε υπομονή, αλλά η ανταμοιβή στην έγχρωμη οθόνη ήταν μαγική. Μερικά από τα καλύτερα και πιο εμβληματικά παιχνίδια που πέρασαν από το κασετόφωνο του 464 και σφράγισαν μια ολόκληρη γενιά ήταν τα παρακάτω:
    • Target Renegade: Ο απόλυτος βασιλιάς των beat ’em up στον CPC, με κορυφαία δράση και μουσική.

    • Manic Miner & Jet Set Willy: Τα θρυλικά και απαιτητικά platformers του Matthew Smith που δοκίμασαν τα νεύρα μας.

    • Harrier Attack: Από τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες, που μας έβαλε στο πιλοτήριο ενός μαχητικού.

    • Commando & Green Beret: Καθαρή, καταιγιστική arcade δράση που μεταφέρθηκε αυτούσια στο σπίτι μας.

    • Elite: Το αχανές, διαστημικό έπος που μας έμαθε τι σημαίνει ελευθερία σε έναν εικονικό κόσμο.

    • Bruce Lee: Ένα πανέμορφο, εθιστικό παιχνίδι πολεμικών τεχνών που κανείς δεν έπαιξε μόνο μια φορά.

    • Bomb Jack: Η τέλεια, εθιστική μεταφορά του αγαπημένου arcade με τις βόμβες.

    • Barbarian: Το επικό παιχνίδι μονομαχιών με σπαθιά, που άφησε εποχή για το βίαιο και πρωτοποριακό του gameplay.

    • Ghostbusters: Η ψηφιακή μεταφορά της αγαπημένης ταινίας, γεμάτη παγίδες και φαντάσματα.

    • Golden Axe: Μια επική, fantasy περιπέτεια που μας έκανε να νιώσουμε αληθινοί πολεμιστές.

    • Space Harrier & Outrun: Τα μεγάλα, ταχύτατα αριστουργήματα της Sega που έσπρωξαν το hardware του Amstrad στα όριά του.

    • Operation Thunderbolt: Η καταιγιστική σκοποβολή που μας κράτησε κολλημένους στην οθόνη.

    • Ghosts ‘n Goblins: Η σκοτεινή, πανδύσκολη αλλά πανέμορφη περιπέτεια του ιππότη Arthur ενάντια στους δαίμονες.

Αυτοί οι τίτλοι δεν ήταν απλώς γραμμές κώδικα σε μια μαγνητική ταινία, ήταν οι πύλες για αμέτρητους κόσμους φαντασίας, που έκαναν τον Amstrad CPC 464 ένα αθάνατο κομμάτι της νιότης μας.

Trivia
  • Τα κρυφά, γκρίζα πρωτότυπα: Τα πρώτα σασί που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής της Amstrad είχαν ένα ξεχωριστό γκρίζο χρώμα, και όχι το χαρακτηριστικό βαθύ μαύρο που τελικά επιλέχθηκε για την αγορά. Αυτά τα εξαιρετικά σπάνια, γκρίζα κομμάτια ήταν ουσιαστικά τα λειτουργικά πρωτότυπα της εταιρείας. Στάλθηκαν υπό άκρα μυστικότητα στα μεγάλα software houses της εποχής, δίνοντας στους προγραμματιστές το πολύτιμο προβάδισμα να αναπτύξουν και να έχουν έτοιμα τα πρώτα παιχνίδια πριν ο υπολογιστής πατήσει επίσημα το πόδι του στα ράφια των καταστημάτων.

  • Το μυστικό του 3.5mm Jack: Στα πρώτα κιόλας μοντέλα 464 που κυκλοφόρησαν στην αγορά, η υποδοχή jack των 3.5 mm δεν είχε σχεδιαστεί για τη σύνδεση ακουστικών, όπως θα υπεθέτε κανείς σήμερα. Ο πραγματικός, κρυφός της σκοπός ήταν να επιτρέπει τη σύνδεση ενός δεύτερου, εξωτερικού κασετοφώνου, δίνοντας στους χρήστες extra επιλογές για τη διαχείριση των δεδομένων τους.

  • Το μέγεθος μετράει… στο ράφι: Ο CPC 464 ήταν ένα πραγματικό μεγαθήριο για την εποχή του, αγγίζοντας σε μήκος τα 57 ολόκληρα εκατοστά. Αυτό το τεράστιο μέγεθος δεν εξυπηρετούσε κάποια τεχνική ανάγκη, αλλά ήταν μια καθαρά ψυχολογική και εμπορική απόφαση του Alan Sugar. Ο ιδρυτής της Amstrad πίστευε ακράδαντα ότι αν ο υπολογιστής ήταν μεγάλος και επιβλητικός, ο καταναλωτής θα ένιωθε αμέσως ότι αγοράζει ένα σοβαρό, «value for money» μηχάνημα, σε αντίθεση με τους μικροσκοπικούς υπολογιστές του ανταγωνισμού που έμοιαζαν με φτηνά παιχνίδια.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το άρθρο μου! Αν σας άρεσε κοινοποιήστε το ή γράψτε τα σχόλια σας!

Share This Story, Choose Your Platform!