Το 1982, δύο φίλοι, ο Bill Stealey και ο Sid Meier, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους και ιδρύουν μια εταιρεία ανάπτυξης και έκδοσης βιντεοπαιχνιδιών που έμελλε να γράψει τη δική της χρυσή ιστορία: τη MicroProse Software. Και οι δύο μοιράζονταν ακριβώς το ίδιο αστείρευτο πάθος για τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, όμως διέθεταν διαφορετικά, συμπληρωματικά ταλέντα. Ο ιδιοφυής Sid Meier ανέλαβε εξολοκλήρου το δημιουργικό κομμάτι και την ανάπτυξη των παιχνιδιών, ενώ ο δυναμικός Bill Stealey πήρε στα χέρια του τη διοίκηση και το στρατηγικό μάρκετινγκ της εταιρείας. Ήταν η γέννηση μιας θρυλικής συμμαχίας.

Sid Meier και Bill Stealey

Κατά τα πρώτα χρόνια της διαδρομής της, η εταιρεία επικεντρώνεται με πάθος στους προσομοιωτές πτήσης και στα παιχνίδια στρατηγικής, μαγεύοντας τους κατόχους των τότε 8-bit υπολογιστών, όπως ο Commodore 64, ο Apple II και η οικογένεια της Atari. Ήταν η εποχή που τίτλοι όπως τα «Spitfire Ace», «Hellcat Ace», «Solo Flight» και «NATO Commander» άνοιγαν τα φτερά τους και έθεταν τα θεμέλια για το τι σήμαινε ψηφιακή εξομοίωση.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο άνεμος της αλλαγής φυσάει δυνατά. Η βιομηχανία των υπολογιστών περνάει με ορμή στην εποχή των 16-bit επεξεργαστών και η MicroProse δηλώνει παρούσα, ξεκινώντας να υποστηρίζει μαζικά τους συμβατούς IBM υπολογιστές (PCs), αλλά και τα νέα, θαυματουργά home micros που βασίζονταν στον επεξεργαστή Motorola 68000: τη μυθική Amiga και τον Atari ST. Το 1988, η εταιρεία κάνει μια στρατηγική κίνηση ματ, εξαγοράζοντας από την British Telecom την Telecomsoft. Μαζί της, αποκτά και τις θρυλικές επωνυμίες Firebird και Rainbird, δύο αγγλικές εταιρείες που είχαν αφήσει το δικό τους στίγμα σε 8-bit και 16-bit μηχανήματα.

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 μεταμορφώνεται σε ένα ασταμάτητο κρεσέντο επιτυχιών. Η MicroProse κυκλοφορεί μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της gaming ιστορίας, παιχνίδια που καθήλωσαν εκατομμύρια παίκτες: τα «Silent Service» και «Gunship», τα «F-15 Strike Eagle I και II», το «Times of Lore», το «Airborne Ranger», το μνημειώδες «F-19 Stealth Fighter», το «M1 Tank Platoon», το «Sword of the Samurai» και, φυσικά, το επαναστατικό «Sid Meier’s Pirates!», το οποίο απέδειξε σε όλο τον κόσμο την καθαρή ιδιοφυΐα του δημιουργού του.

Στις αρχές του 1990, η MicroProse νιώθει την ανάγκη να σπάσει τα δεσμά της και να ανοίξει τα φτερά της πέρα από τα είδη που την καθιέρωσαν, δηλαδή τους καθαρόαιμους προσομοιωτές και τα παιχνίδια στρατηγικής. Σε μια προσπάθεια να πειραματιστεί με φρέσκες ιδέες, δημιουργεί δύο θυγατρικές εταιρείες: τη MicroStyle στην Αγγλία και τη MicroPlay στις ΗΠΑ.

Αυτές οι νέες επωνυμίες αναλαμβάνουν να συστήσουν στο κοινό εντελώς διαφορετικά και συναρπαστικά είδη παιχνιδιών. Μέσα από αυτή την τολμηρή στροφή, έρχονται στην αγορά τίτλοι που άφησαν τη δική τους σφραγίδα, όπως το ατμοσφαιρικό «Midwinter», το αγωνιστικό «RVF Honda», το γεμάτο δράση «Rick Dangerous», το «Oriental Games» (3rd-person action), το «Xenophobe» (side-scrolling action), το πρωτοποριακό «XF5700 Mantis Experimental Fighter» (1st-person action) και, φυσικά, το «Elite Plus», ένα πανέμορφο VGA remake του κλασικού διαστημικού έπους. Η MicroProse αποδείκνυε ότι μπορούσε να διακριθεί σε κάθε ψηφιακό τερέν.

Ταυτόχρονα, η MicroProse επενδύει τεράστια ποσά στην ανάπτυξη μιας δικής της adventure μηχανής, ενώ δημιουργεί και ένα φιλόδοξο τμήμα για παιχνίδια Arcade (ουφάδικα). Δυστυχώς, και οι δύο αυτές μεγάλες επενδύσεις αποδείχθηκαν οικονομικές καταστροφές. Το Arcade τμήμα κατάφερε να κυκλοφορήσει μόλις δύο παιχνίδια, το «F-15 Strike Eagle: The Arcade Game» και το «Battle of the Solar System» (B.O.T.S.S.). Αν και τα δύο βασίζονταν σε εντυπωσιακά, high-end τρισδιάστατα γραφικά για την εποχή τους, απέτυχαν παταγωδώς να κερδίσουν το κοινό, καθώς ο χειρισμός και η λειτουργία τους ήταν υπερβολικά ξένα και περίπλοκα σε σχέση με τα κλασικά arcade συστήματα.

Παράλληλα, η εταιρεία προλαβαίνει να κυκλοφορήσει μόλις τρία παιχνίδια με τη νέα της adventure μηχανή: τα «Rex Nebular and the Cosmic Gender Bender», «Return of the Phantom» και «Dragonsphere», πριν αναγκαστεί να την πουλήσει άρον-άρον στην Sanctuary Woods. Αυτές οι αλλεπάλληλες, λανθασμένες επιχειρηματικές κινήσεις άνοιξαν μια τεράστια πληγή στα ταμεία της εταιρείας. Η οικονομική κρίση που ακολούθησε ήταν πλέον μη αναστρέψιμη, οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια στην οδυνηρή εξαγορά της MicroProse από τη Spectrum HoloByte.

Παρά τις οικονομικές αναταράξεις, η περίοδος 1990–1991 έμελλε να αποτελέσει τον απόλυτο, χρυσό σταθμό στην ιστορία της MicroProse. Είναι η εποχή που η εταιρεία φέρνει στην αγορά δύο μνημειώδη παιχνίδια, το ένα καλύτερο από το άλλο: πρώτα το «Sid Meier’s Railroad Tycoon» και αμέσως μετά το θρυλικό «Sid Meier’s Civilization». Οι δύο αυτοί τίτλοι κυκλοφορούν σε κάθε δυνατό σύστημα της εποχής –από την Amiga και τον Atari μέχρι τα PC, τα Macintosh και το ιαπωνικό PC-98– και μεταμορφώνονται αστραπιαία στα κορυφαία σε πωλήσεις παιχνίδια στρατηγικής όλων των εποχών.

Το «Railroad Tycoon» αποτέλεσε μια σπουδαία καινοτομία, όντας το πρώτο «μη καταστρεπτικό» god game της εταιρείας. Εδώ δεν υπήρχαν όπλα και στρατοί. Σκοπός του παιχνιδιού ήταν να αναλάβεις τον ρόλο ενός οραματιστή προέδρου, χτίζοντας μια αμύθητη περιουσία μέσα από την κατασκευή και την επέκταση ενός γιγαντιαίου σιδηροδρομικού δικτύου, δοκιμάζοντας τις ικανότητές σου στη σωστή και απαιτητική διαχείριση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας τρένων.

For privacy reasons YouTube needs your permission to be loaded. For more details, please see our Privacy Policy.

Στο μεταξύ, παρασκηνιακά, σημειώνεται μια κίνηση-κλειδί: ο Sid Meier πουλάει στον Stealey το μερίδιο που κατείχε στην εταιρεία. Θέλοντας να απαλλαγεί από το καθημερινό άγχος της διοίκησης, μετατρέπεται σε ανεξάρτητο παραγωγό, συνεχίζοντας όμως να εργάζεται αποκλειστικά για τη MicroProse. Έτσι, ελεύθερος από γραφειοκρατικά βάρη, αφιερώνει όλο του τον χρόνο και την ιδιοφυΐα πάνω στο νέο του μεγάλο όραμα: το «Civilization». Πρόκειται για ένα turn-based παιχνίδι στρατηγικής, όπου ο απόλυτος σκοπός είναι «να χτίσετε μια αυτοκρατορία που θα αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου». Το Civilization δεν έγινε απλώς επιτυχία μεταμορφώθηκε σε έναν αθάνατο θρύλο, σε ένα από τα πιο δημοφιλή παιχνίδια στρατηγικής όλων των εποχών, με εκατομμύρια πιστούς οπαδούς μέχρι και σήμερα.

Παράλληλα με αυτό το έπος, η MicroProse συνεχίζει να τροφοδοτεί τους gamers με εξαιρετικούς τίτλους. Ήταν η εποχή που στα ράφια των καταστημάτων έλαμπαν παιχνίδια όπως τα «Space 1889», «World Circuit» και «Flames of Freedom», οι μνημειώδεις προσομοιωτές «Silent Service II», «Gunship 2000», «Knights of the Sky», «F-15 Strike Eagle III» και «B-17 Flying Fortress», το αθλητικό «David Leadbetter’s Greens», αλλά και τα βαθιά, ατμοσφαιρικά RPG «Darklands» και «The Legacy: Realm of Terror». Η εταιρεία βρισκόταν στην απόλυτη δημιουργική της κορύφωση.

Το 1993, η MicroProse βρίσκεται πλέον πνιγμένη στα χρέη. Από τον φόβο μήπως η εταιρεία καταλήξει σε λάθος χέρια και κομματιαστεί από τις τράπεζες, ο Stealey κάνει μια κίνηση απελπισίας: πλησιάζει τον Gilman Louie, τον πρόεδρο της Spectrum HoloByte, και του ζητάει να αγοράσει την εταιρεία. Η συμφωνία κλείνει, και η MicroProse συνεχίζει να λειτουργεί ως ανεξάρτητη θυγατρική της Spectrum HoloByte μέχρι το 1996. Όμως, το τίμημα της επιβίωσης είναι βαρύ. Αμέσως μετά την εξαγορά, η νέα διοίκηση βάζει λουκέτο σε δύο θυγατρικές στην Αγγλία και απολύει πάνω από 40 υπαλλήλους στα κεντρικά γραφεία της ιστορικής πόλης Chipping Sodbury. Το 1994, ο Bill Stealey πουλάει και το τελευταίο μερίδιο που του είχε απομείνει στη HoloByte, αποχωρεί οριστικά από το δημιούργημά του και ιδρύει μια νέα εταιρεία, την Interactive Magic.

Παρά τις σκληρές περικοπές και το κλίμα αβεβαιότητας, το δημιουργικό πνεύμα της MicroProse αρνείται να σβήσει. Η εταιρεία καταφέρνει να ρίξει στην αγορά σπουδαία παιχνίδια, μεταξύ των οποίων τα «Top Gun», «Magic: The Gathering», «Star Trek: The Next Generation» και «MechWarrior». Η πραγματική βόμβα, όμως, σκάει με την κυκλοφορία του «UFO: Enemy Unknown». Το παιχνίδι γνωρίζει μια πρωτοφανή, μυθική επιτυχία, επαναπροσδιορίζοντας τα παιχνίδια τακτικής, και αναγκάζει την εταιρεία να ξεκινήσει αμέσως την ανάπτυξη θρυλικών συνεχειών που θα άφηναν εποχή.

Το 1996, η εταιρεία κάνει μια σημαντική κίνηση και εξαγοράζει τη Simtex. Ήταν η ομάδα που κρυβόταν πίσω από μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της ίδιας της MicroProse, όπως τα αριστουργηματικά «Master of Orion» και «Master of Magic». Την ίδια χρονιά, όμως, η Spectrum HoloByte ξεκινά ένα άγριο κύμα απολύσεων στη MicroProse, προσπαθώντας απεγνωσμένα να μειώσει τα λειτουργικά της έξοδα. Αμέσως μετά, ενοποιεί όλους τους τίτλους της κάτω από το ισχυρό brand name της MicroProse, μετονομάζοντας ουσιαστικά και την ίδια τη HoloByte σε MicroProse.

Αυτές οι βίαιες περικοπές φέρνουν τη μεγάλη ρήξη. Ο Sid Meier, μαζί με τους κορυφαίους σχεδιαστές Jeff Briggs και Brian Reynolds, παίρνουν τα καπέλα τους, αποχωρούν οριστικά και ιδρύουν μια νέα εταιρεία που έμελλε να γίνει εξίσου θρυλική: τη Firaxis Games. Σαν να μην έφτανε αυτή η τεράστια απώλεια, η εταιρεία συνεχίζει να αιμορραγεί σε έμψυχο δυναμικό. Ένας βασικός πυρήνας υπαλλήλων –που αποτελείται από ταλαντούχους καλλιτέχνες, σχεδιαστές και προγραμματιστές– εγκαταλείπει τη MicroProse UK στην Αγγλία και προσχωρεί στην Psygnosis. Μάλιστα, η Psygnosis κάνει μια επιθετική κίνηση, ανοίγοντας γραφεία σε απόσταση αναπνοής από αυτά της MicroProse, για να προσελκύσει και άλλους δυσαρεστημένους υπαλλήλους της.

Το δράμα κορυφώνεται τον Οκτώβριο του ’97, όταν ανακοινώνεται μια σωτήρια συγχώνευση με την GT Interactive. Όμως, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η GT Interactive κάνει πίσω και ακυρώνει τα πάντα, ο οικονομικός έλεγχος αποκάλυψε ότι η κατάσταση της MicroProse ήταν πολύ πιο τραγική από την αναμενόμενη. Αν και η επίσημη κοινή δήλωση των δύο εταιρειών ανέφερε απλώς ότι «το timing δεν ήταν το σωστό», η αγορά αντέδρασε βίαια: η μετοχή της MicroProse κατρακύλησε στα 2,31 από τα 7 που βρισκόταν τον Οκτώβριο. Το τελειωτικό χτύπημα εκείνης της περιόδου ήρθε τον Ιούνιο του ’98, όταν η εταιρεία έβαλε λουκέτο στο γραφείο της στο Ώστιν του Τέξας, απολύοντας 35 υπαλλήλους. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για την πρώην Simtex, που σβήστηκε από τον χάρτη πριν προλάβει να προσφέρει κι άλλα ψηφιακά διαμάντια.

Τον Αύγουστο του ’98, η Hasbro Interactive κάνει την κίνησή της, προσφέροντας 70 εκατομμύρια δολάρια για την εξαγορά όλων των μετοχών της MicroProse, στην τιμή των 6 δολαρίων ανά μετοχή. Η συμφωνία ολοκληρώνεται επίσημα τον Σεπτέμβριο και οι δύο εταιρείες συγχωνεύονται κάτω από την ομπρέλα της Hasbro. Εκείνη ακριβώς τη χρονική στιγμή, η MicroProse μετρούσε 343 εναπομείναντες υπαλλήλους, διασκορπισμένους σε τέσσερις διαφορετικές τοποθεσίες σε ΗΠΑ και Αγγλία, με το συνολικό μισθολογικό κόστος να αγγίζει τα 20 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αναστραφεί το κλίμα, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους κυκλοφορεί ο πολυαναμενόμενος προσομοιωτής «Falcon 4.0». Αν και επρόκειτο για ένα τεχνολογικό επίτευγμα, το παιχνίδι βγήκε πρόωρα στις αγορές, ήταν γεμάτο σφάλματα και απογοήτευσε οικτρά σε πωλήσεις, στερώντας από την εταιρεία μια πολύτιμη οικονομική ανάσα. Μερικοί ακόμη τίτλοι εκείνης της δύσκολης χρονιάς (1998) ήταν το «X-COM: Interceptor», το «M1 Tank Platoon II» και το «Addiction Pinball», παιχνίδια που προσπάθησαν, αλλά δεν κατάφεραν να ξαναφέρουν τη MicroProse στην παλιά της δόξα.

Μόλις έναν χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του ’99, η Hasbro Interactive δείχνει το πιο σκληρό της πρόσωπο, βάζοντας οριστικό λουκέτο στα ιστορικά γραφεία της πρώην MicroProse στην Alameda και το Chapel Hill. Με μια μονοκονδυλιά, ακυρώνεται η ανάπτυξη πολλών υποσχόμενων τίτλων – ανάμεσα στους οποίους μια φιλόδοξη επανέκδοση του κλασικού «Combat» (1977) της Atari, αλλά και το πολυαναμενόμενο «X-COM: Genesis», το οποίο αναπτυσσόταν πάνω σε μια ολοκαίνουργια, εντυπωσιακή τρισδιάστατη μηχανή γραφικών.

Τα επόμενα δύο χρόνια, η εταιρεία, αποδεκατισμένη πια, κυκλοφορεί ελάχιστους και μάλλον μέτριους τίτλους, σκιά του παλιού, ένδοξου εαυτού της. Το τελικό χτύπημα έρχεται τον Ιανουάριο του 2001, όταν η γαλλική Infogrames Entertainment εξαγοράζει τη Hasbro Interactive έναντι 100 εκατομμυρίων δολαρίων, παίρνοντας μαζί και ό,τι είχε απομείνει από τα συντρίμμια της MicroProse.

Το ημερολόγιο έγραφε τέλη του 2002 όταν κυκλοφόρησε το «Geoff Crammond’s Grand Prix 4». Ήταν το τελευταίο παιχνίδι που έφερε πάνω του αυτό το ένδοξο σήμα. Η MicroProse, η εταιρεία που έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά gamers να πετάει στους αιθέρες και να χτίζει αυτοκρατορίες, έπαυε πλέον να υπάρχει, αφήνοντας πίσω της μια ανεκτίμητη και αθάνατη κληρονομιά.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το άρθρο μου! Αν σας άρεσε κοινοποιήστε το ή γράψτε τα σχόλια σας!

Share This Story, Choose Your Platform!