Ο Commodore 64 δεν είναι απλώς ένας υπολογιστής· είναι ο απόλυτος, αξεπέραστος βασιλιάς στην κατηγορία των home micros, και ένας ζωντανός μύθος της ψηφιακής ιστορίας. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο από την κυκλοφορία του, κατάφερε να σαρώσει τον ανταγωνισμό και να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά στην παγκόσμια αγορά πληροφορικής. Το μεγαλύτερο παράσημο της επιτυχίας του ήταν η πρωτοφανής, σταθερή υποστήριξη που απόλαυσε σε επίπεδο software και περιφερειακών μονάδων – μια υποστήριξη που κράτησε ζωντανή τη φλόγα του για περισσότερο από μία ολόκληρη δεκαετία, χαράσσοντας το όνομά του στις καρδιές εκατομμυρίων gamers και προγραμματιστών.
  • ​Περίοδος Κυκλοφορίας : 1982-1993
  • Γλώσσα Προγραμματισμού : Commodore BASIC 2.0
  • Λειτουργικό Σύστημα : GEOS
  • Επεξεργαστής : MOS 6510 στα 0.985 MHz (PAL) / 1.023 MHz (NTSC)
  • Μνήμη : 64Kb
  • Γραφικά : 320 × 200, 16 χρώματα
  • Ήχος : 3 κανάλια / 9 οκτάβες, 4 κυματομορφές​
Ιστορικά Στοιχεία
Ο Commodore 64 –ή C64, C=64 (από το εμβληματικό λογότυπο στο κουτί του), CBM 64 (από το Commodore Business Machines), ή ακόμα και η θρυλική «ψωμιέρα» για εμάς εδώ στην Ελλάδα λόγω του χαρακτηριστικού του σχήματος– είναι ένας 8-bit υπολογιστής που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1982 από την Commodore International. Κατά τη διάρκεια της ένδοξης ζωής του κατασκευάστηκαν περισσότερες από 17 εκατομμύρια μονάδες. Μέρος της μυθικής επιτυχίας του οφείλεται στο γεγονός ότι, σπάζοντας τα κατεστημένα, πωλούνταν σε κοινά πολυκαταστήματα και καταστήματα λιανικής δίπλα στα παιχνίδια, και όχι αποκλειστικά σε εξειδικευμένα μαγαζιά πληροφορικής. Το μεγάλο του κρυφό όπλο, όμως, ήταν ότι η Commodore κατασκεύαζε η ίδια σχεδόν όλα τα εσωτερικά του εξαρτήματα.
Η ιστορία του C64 ξεκινά τον Ιανουάριο του 1981 στα εργαστήρια της MOS Technology, η οποία ανήκε στην Commodore ήδη από το 1976. Μετά την επιτυχία των κυκλωμάτων του VIC-20, οι μηχανικοί της MOS αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να σχεδιάσουν την επόμενη, επαναστατική γενιά τσιπ βίντεο και ήχου, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σε μια μελλοντική παιχνιδομηχανή της εταιρείας. Μέχρι τον Νοέμβριο του ’81, τα τσιπ είχαν ολοκληρωθεί: το «VIC-II» ανέλαβε τα γραφικά και το «SID» τον ήχο.
Όμως τότε, το μεγάλο, αείμνηστο αφεντικό της Commodore, ο Jack Tramiel, πήρε μια απόφαση που άλλαξε την πορεία της τεχνολογίας. Αποφάσισε να μην σπαταλήσει αυτά τα θαύματα της μηχανικής στην αγορά των video games και έδωσε μια αυστηρή, σχεδόν ανέφικτη εντολή στους μηχανικούς του: να ετοιμάσουν έναν πλήρη υπολογιστή με τη θηριώδη μνήμη των 64Kb. Το μηχάνημα έπρεπε να είναι έτοιμο μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες, ώστε να παρουσιαστεί στην έκθεση Winter CES τον Ιανουάριο του ’82!
Οι μηχανικοί δούλεψαν νύχτα και μέρα. Μέσα σε δύο ημέρες από την εντολή του Tramiel, ο βασικός σχεδιασμός είχε ολοκληρωθεί, και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου είχαν κατασκευαστεί χειροποίητα τα πρώτα πέντε πρωτότυπα υπό το αρχικό όνομα «VIC-30». Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, έγινε ο ολονύχτιος αγώνας δρόμου για την προσαρμογή του λειτουργικού συστήματος από τον VIC-20 στον C64.
Όταν άνοιξαν οι πύλες της CES, ο Commodore 64 έκλεψε κυριολεκτικά την παράσταση. Με την εκτιμώμενη λιανική τιμή του στα μόλις $595, άφησε άναυδη την αγορά, την ώρα που οι άμεσοι ανταγωνιστές του πουλιόνταν σε πολλαπλάσια τιμή – ο Atari 800 άγγιζε τα $899 και ο Apple II τα εξωπραγματικά $1200. Ο Commodore 64 ήταν ζωντανός, πανίσχυρος και έτοιμος να κατακτήσει τον κόσμο! Μέχρι τον Αύγουστο του 1982, είχε ήδη μπει σε γραμμή μαζικής παραγωγής, γράφοντας τον πρόλογο της δικής του αυτοκρατορίας.
Ο αρχικός στόχος για το κόστος παραγωγής του C64 είχε οριστεί στα $130 και τελικά διαμορφώθηκε στα $135. Με την αρχική τιμή λιανικής πώλησης στα $595, το μηχάνημα άφηνε ένα πραγματικά αμύθητο περιθώριο κέρδους στα ταμεία της Commodore, ακόμη και μετά τον υπολογισμό των εξόδων συσκευασίας, της διαφήμισης και της παγκόσμιας διανομής. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, χάρη στη ραγδαία πτώση των τιμών των υλικών, το κόστος κατασκευής κατέρρευσε σε λιγότερο από $50 ανά μονάδα!
Αυτό το οικονομικό θαύμα επέτρεψε στην Commodore να ξεκινήσει μια συνεχή, σταθερή και επιθετική μείωση της τιμής του υπολογιστή, προκαλώντας πανικό στην αγορά. Μερικούς μήνες μετά το ντεμπούτο του, ο C64 ήταν ήδη διαθέσιμος για $400. Τότε, ο Jack Tramiel εξαπέλυσε μια ιστορική εμπορική επίθεση: η Commodore πριμοδοτούσε με $100 την αγορά ενός νέου C64 σε όποιον της έφερνε πίσω οποιαδήποτε παλιά του κονσόλα ή υπολογιστή! Έτσι, με μόλις $300, ένας καταναλωτής μπορούσε να βάλει στο σπίτι του έναν πλήρη, πανίσχυρο ηλεκτρονικό υπολογιστή, τη στιγμή που συγκρίσιμα επαγγελματικά μηχανήματα κόστιζαν μερικές χιλιάδες δολάρια.
Όταν η Commodore έσπρωξε την τιμή ακόμα πιο χαμηλά, στα $200, ξέσπασε ένα πραγματικό μακελειό. Αυτός ο αμείλικτος πόλεμος τιμών ανάγκασε παραδοσιακούς γίγαντες, όπως η Texas Instruments (κατασκευάστρια του δημοφιλούς TI-99/4A), να λυγίσουν υπό το βάρος των εκατομμυρίων δολαρίων ζημιάς και να αποχωρήσουν οριστικά από τη βιομηχανία των οικιακών υπολογιστών. Η ιστορία είναι ξεκάθαρη: αν η Commodore δεν είχε προνοήσει να αγοράσει τη MOS Technology το 1976, τα έξοδα σχεδιασμού και παραγωγής των custom τσιπ θα ήταν απαγορευτικά, και η ιδέα πίσω από τον Commodore 64 μπορεί να μην είχε συλληφθεί ποτέ, στερώντας μας από τον μεγαλύτερο θρύλο των 8-bit.
Ωστόσο, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραλείψουμε και έναν ακόμα καθοριστικό παράγοντα στον οποίο οφείλει την τεράστια επιτυχία του. Αν και ο C64 διέθετε υποδοχές τόσο για cartridges όσο και για το κλασικό κασετόφωνο, το μέσο αποθήκευσης που χρησιμοποιήθηκε και λατρεύτηκε περισσότερο από τους χρήστες ήταν η δισκέτα 5.25 ιντσών μονής όψης, χωρητικότητας 170Kb, σε απόλυτο συνδυασμό με το θρυλικό floppy drive 1541.
Το 1541 δεν ήταν μια απλή εξωτερική συσκευή· ήταν ένας ολόκληρος, αυτόνομος υπολογιστής από μόνο του, καθώς διέθετε τον δικό του επεξεργαστή MOS 6502 και το δικό του ανεξάρτητο λειτουργικό σύστημα, το CBM DOS 2.6. Στην πραγματικότητα, το drive αυτό ήταν διαβόητα θορυβώδες, εκνευριστικά αργό, επιρρεπές στην υπερθέρμανση και, στα πρώτα του μοντέλα, εντελώς αναξιόπιστο.
Όμως, σε άμεση σύγκριση με τα βασανιστικά λεπτά αναμονής της κασέτας, το 1541 φάνταζε στα μάτια μας να διαβάζει τις δισκέτες με την ταχύτητα του φωτός! Επιπλέον, σε αντίθεση με τα ακριβά cartridges, οι δισκέτες προσέφεραν την απόλυτη ελευθερία: μπορούσες πολύ εύκολα και γρήγορα να τις αντιγράψεις.
Εν έτει 1982, η συνολική τιμή για να αποκτήσει κανείς ένα πακέτο C64 μαζί με το 1541 βρισκόταν στην περιοχή των $1000 – ένα ποσό που για τα δεδομένα της εποχής θεωρούνταν μια εξαιρετικά ελκυστική και τίμια προσφορά. Η ζήτηση για το floppy drive αποδείχθηκε πολλαπλάσια από οτιδήποτε είχε προβλέψει η Commodore στα πιο αισιόδοξα πλάνα της. Η εταιρεία αρχικά αδυνατούσε να καλύψει το τεράστιο κύμα των παραγγελιών, παρά το γεγονός ότι εκείνες οι πρώτες παρτίδες συνοδεύονταν από ένα απογοητευτικά υψηλό ποσοστό αστοχίας και τεχνικών δυσλειτουργιών. Το 1541, όμως, είχε ήδη κλειδώσει τη θέση του δίπλα στον βασιλιά.

​

Όμως, πίσω από την εκκωφαντική εμπορική επιτυχία, η άρνηση της Commodore να δώσει bonus για την επιτυχία του C64 προκάλεσε μια τεράστια κρίση. Στις αρχές του 1983, μόλις έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του C64, σχεδόν ολόκληρη η ομάδα των μηχανικών που είχε εργαστεί νυχθημερόν πάνω στο project αποφάσισε να αποχωρήσει οριστικά από την Commodore. Άνθρωποι-κλειδιά, όπως ο Al Charpentier, ο Robert Yannes (ο πατέρας του τσιπ ήχου SID), ο Charles Winterble, ο David Ziembicki και ο Bruce Crockett, ένιωσαν παραγκωνισμένοι από τη διοίκηση, μάζεψαν τα πράγματά τους και ίδρυσαν μια νέα εταιρεία με το όνομα Peripheral Visions, η οποία πολύ σύντομα μετονομάστηκε στο πασίγνωστο brand «Ensoniq».
Η Ensoniq πήρε αυτή την κορυφαία τεχνογνωσία και μεγαλούργησε, κατασκευάζοντας επαγγελματικά ηλεκτρονικά μουσικά όργανα, πρωτοποριακούς δειγματολήπτες (samplers), high-end συνθεσάιζερ και κορυφαίες κάρτες ήχου για υπολογιστές και arcades, που άλλαξαν τα δεδομένα στη μουσική βιομηχανία. Ο κύκλος αυτής της σπουδαίας ομάδας έκλεισε τελικά το 1998, όταν η Ensoniq εξαγοράστηκε από την Creative Technology (την κατασκευάστρια των Sound Blaster), αφήνοντας όμως πίσω της μια τεράστια πολιτιστική και τεχνολογική κληρονομιά που ξεκίνησε από τα σπλάχνα της «ψωμιέρας».

Software

Η βιβλιοθήκη λογισμικού του Commodore 64 είναι απλά απέραντη. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 10.000 επίσημοι τίτλοι δημιουργήθηκαν για το μηχάνημα, καλύπτοντας κάθε πιθανή ανάγκη – από εξειδικευμένα εργαλεία ανάπτυξης και σοβαρές εφαρμογές γραφείου, μέχρι, φυσικά, μια μυθική συλλογή παιχνιδιών.
Όταν ο χρήστης άνοιγε τον υπολογιστή, ερχόταν αντιμέτωπος με τη γνώριμη Commodore BASIC 2.0, η οποία βρισκόταν μόνιμα αποθηκευμένη στη ROM. Η απόφαση της εταιρείας να ενσωματώσει αυτή την παλαιότερη έκδοση, αντί για την σαφώς πιο εξελιγμένη BASIC 4.0, πάρθηκε με ένα συγκεκριμένο σκεπτικό: οι μηχανικοί πίστευαν ότι οι απλοί οικιακοί χρήστες δεν θα χρειάζονταν τις προηγμένες εντολές άμεσης πρόσβασης στο drive, οπότε προτίμησαν να κρατήσουν τον πολύτιμο χώρο της ROM ελεύθερο για μελλοντικές επεκτάσεις γραφικών και ήχου.
Δυστυχώς, αυτή η επιλογή αποδείχθηκε ένα δίκοπο μαχαίρι. Η έκδοση 2.0 δεν περιλάμβανε καμία απολύτως ενσωματωμένη εντολή για τη διαχείριση των πανίσχυρων τσιπ γραφικών και ήχου. Αν ένας επίδοξος προγραμματιστής ήθελε να δώσει ζωή σε ένα sprite ή να βγάλει έναν ήχο, ήταν αναγκασμένος να βουτήξει στα βαθιά, χρησιμοποιώντας τις περίπλοκες και στριφνές εντολές POKE για να αλλάξει χειροκίνητα τις τιμές στους καταχωρητές του hardware.
Θέλοντας να διορθώσει αυτό το κενό και να διευκολύνει την κοινότητα, η Commodore κυκλοφόρησε αργότερα δύο πασίγνωστα cartridges επέκτασης της BASIC: το θρυλικό «Simons’ BASIC» και το «Super Expander 64». Αυτά τα δύο εργαλεία ξεκλείδωσαν επιτέλους το hardware, προσφέροντας δεκάδες νέες, έτοιμες εντολές που επέτρεψαν σε μια ολόκληρη γενιά να πειραματιστεί με τη μαγεία του σχεδιασμού και της μουσικής χωρίς να χάνεται σε ατελείωτους πίνακες μνήμης.

Πέρα από τη BASIC, ο Commodore 64 αποδείχθηκε ένα απίστευτα εύφορο έδαφος για τους προγραμματιστές, προσφέροντας υποστήριξη για μια εντυπωσιακή γκάμα γλωσσών προγραμματισμού, όπως η Pascal, η Logo, η Forth, ακόμα και η Fortran. Αν και η πρώτη γενιά λογισμικού γράφτηκε με αυτές τις γλώσσες ή με τη βοήθεια της BASIC, μετά το ορόσημο του 1983 το σκηνικό άλλαξε ριζικά. Σχεδόν όλα τα επαγγελματικά προγράμματα και τα μεγάλα παιχνίδια άρχισαν να γράφονται αποκλειστικά σε Assembly (κώδικας μηχανής). Αυτή η απαιτητική αλλά πανίσχυρη μέθοδος επέτρεψε στους δημιουργούς να παρακάμψουν τους περιορισμούς του συστήματος, μεγιστοποιώντας την ταχύτητα εκτέλεσης και ελαχιστοποιώντας στο έπακρο τη χρήση της μνήμης. Ήταν η εποχή που οι προγραμματιστές μεταμορφώθηκαν σε αληθινούς «μάγους» του πυριτίου, κάνοντας τον C64 να κάνει πράγματα που θεωρούνταν αδύνατα.

For privacy reasons YouTube needs your permission to be loaded. For more details, please see our Privacy Policy.

Παράλληλα, η ανάγκη για εκσυγχρονισμό γέννησε μια ολόκληρη σειρά από εναλλακτικά λειτουργικά συστήματα. Εκτός από το μνημειώδες GEOS, η κοινότητα δημιούργησε δύο σπουδαίες παραλλαγές του: το Wheels και το GEOS Megapatch. Και τα δύο, βέβαια, ήταν τόσο προηγμένα που απαιτούσαν την παρουσία πρόσθετων, σύγχρονων επεκτάσεων hardware για να λειτουργήσουν. Οι εκπλήξεις, όμως, δεν σταματούν εδώ. Για την «ψωμιέρα» κυκλοφόρησαν επίσης το WiNGS OS, ένα εντυπωσιακό σύστημα τύπου Unix, αλλά και το περίφημο Contiki OS. Σχεδιασμένο αρχικά για ενσωματωμένα (embedded) συστήματα, το Contiki προσέφερε ένα πλήρως γραφικό περιβάλλον και κατάφερε το αδιανόητο: να δώσει στον C64 τη δυνατότητα να συνδεθεί στο Internet, αποδεικνύοντας ότι αυτός ο υπολογιστής αρνιόταν πεισματικά να γεράσει.

Στον Commodore 64 πιστώνεται επίσης, σε απόλυτο βαθμό, η γέννηση και η γιγάντωση της θρυλικής «demoscene». Ήταν ένα παγκόσμιο, underground κίνημα ψηφιακής τέχνης, όπου νεαροί προγραμματιστές, γραφίστες και μουσικοί ενώνονταν σε ομάδες για να ξεζουμίσουν το hardware, δημιουργώντας εντυπωσιακά βίντεο και εφέ που έμοιαζαν αδιανόητα για ένα τόσο περιορισμένο μηχάνημα. Αυτή η σπίθα παραμένει αναμμένη μέχρι και σήμερα, καθώς ο C64 συνεχίζει να χρησιμοποιείται ενεργά από σύγχρονους καλλιτέχνες, κυρίως για την παραγωγή chiptune μουσικής μέσα από τα σπλάχνα του αθάνατου τσιπ SID.
Δυστυχώς, όμως, αυτή η παγκόσμια κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με έναν μεγάλο τεχνικό πονοκέφαλο. Οι βαθιές αρχιτεκτονικές διαφορές ανάμεσα στα PAL μηχανήματα της Ευρώπης και στα NTSC της Αμερικής προκαλούν μέχρι σήμερα σοβαρά προβλήματα συμβατότητας. Επειδή η ευρωπαϊκή έκδοση PAL προσέφερε στους προγραμματιστές περισσότερους πολύτιμους κύκλους ρολογιού ανά δευτερόλεπτο κατά τη διάρκεια της ανανέωσης της οθόνης, έδινε το περιθώριο για πολύ πιο περίπλοκα τεχνικά τεχνάσματα. Ως μοιραίο αποτέλεσμα, η συντριπτική πλειοψηφία των κορυφαίων demos και των προηγμένων προγραμμάτων της demoscene σχεδιάστηκαν αποκλειστικά για PAL συστήματα, αφήνοντας τους Αμερικανούς χρήστες με την απογοήτευση της μαύρης οθόνης και αποδεικνύοντας ότι η Ευρώπη ήταν η πραγματική, ακλόνητη πρωτεύουσα της κουλτούρας του C64.
For privacy reasons YouTube needs your permission to be loaded. For more details, please see our Privacy Policy.

Hardware

Στο εσωτερικό αυτού του 8-bit θαύματος, η Commodore τοποθέτησε τον επεξεργαστή MOS 6510, ο οποίος έτρεχε στην ταχύτητα του 1 MHz. Ο 6510 αποτελούσε μια ειδική, έξυπνη παραλλαγή του κλασικού 6502, έχοντας ως κύριο όπλο την προσθήκη μιας επιπλέον 8-bit πόρτας I/O, από την οποία στις περισσότερες εκδόσεις ήταν διαθέσιμα τα 6 pins (bits). Η χρησιμότητα αυτών των επιπλέον pins ήταν διπλή και καθοριστική: χρησιμοποιούνταν για το λεγόμενο «bank switching» (τη δυνατότητα του συστήματος να κρύβει τμήματα της ROM για να κερδίζει χώρο), αλλά και για τον άμεσο έλεγχο και τη λειτουργία του κασετοφώνου.
Αν και η συνολική φυσική μνήμη του υπολογιστή ήταν 64Kb, ο χρήστης που αντίκριζε την αρχική οθόνη είχε στη διάθεσή του ακριβώς 38.911 ελεύθερα bytes. Η ROM του συστήματος καταλάμβανε 20Kb, φιλοξενώντας τον πυρήνα του λειτουργικού και τη BASIC. Επειδή, όμως, ο επεξεργαστής είχε το αρχιτεκτονικό όριο να βλέπει μόνο 64Kb συνολικά κάθε φορά, η ROM έπρεπε να «εγγράφεται» (overlay) πάνω στην κυρίως μνήμη RAM, περιορίζοντας έτσι τον καθαρό ελεύθερο χώρο για τον χρήστη στα 38Kb.
Το τσιπ γραφικών, το περίφημο VIC-II (σχεδιασμένο από τους Al Charpentier και Charles Winterble), ήταν μια πραγματική μηχανή παραγωγής οπτικών θαυμάτων. Διέθετε μια ζεστή παλέτα 16 χρωμάτων, υποστήριζε την ομαλή κύλιση της οθόνης (scrolling) και προσέφερε οκτώ hardware sprites ανά γραμμή σάρωσης, επιτρέποντας στους προγραμματιστές να εμφανίζουν έως και 112 sprites σε μια οθόνη PAL! Το τυπικό text mode εμφάνιζε 40 στήλες κειμένου, χρησιμοποιώντας τη μοναδική κωδικοποίηση χαρακτήρων PETSCII –μια ειδική, εκτεταμένη μορφή της ASCII του 1963– αντί για την κλασική ASCII.
Στο κομμάτι των γραφικών, το σύστημα πρόσφερε δύο modes χαμηλής ανάλυσης και δύο bitmap modes. Το multicolor bitmapped mode είχε ανάλυση 160×200 pixels, με μέγιστο όριο 4 χρώματα ανά character block διαστάσεων 4×8. Από την άλλη, το high-resolution bitmapped mode άγγιζε τα 320×200 pixels, αλλά με τον περιορισμό των 2 χρωμάτων ανά block 8×8. Στη συντριπτική πλειοψηφία των παιχνιδιών που αγαπήσαμε, οι δημιουργοί επέλεγαν το multicolor mode, καθώς προτιμούσαν την πανδαισία των περισσότερων χρωμάτων στην οθόνη, παρά την υψηλή ανάλυση.
Για τον ήχο, το μηχάνημα επιστράτευσε το θρυλικό τσιπ SID (σχεδιασμένο από τον Bob Yannes), το οποίο προσέφερε 3 ανεξάρτητα κανάλια, 9 οκτάβες και 4 διαφορετικές κυματομορφές. Στην ιστορία του C64 πέρασαν δύο βασικές εκδόσεις αυτού του μυθικού τσιπ: το αρχικό 6581 και το μεταγενέστερο 8580. Το 6581 έντυσε μουσικά τα πρώτα μοντέλα και τις πρώτες παρτίδες του ανανεωμένου C64C, αφήνοντας εποχή για τον «βρώμικο», αναλογικό και γεμάτο μπάσα ήχο του. Το 1987, η MOS το αντικατέστησε με το 8580, το οποίο προσέφερε έναν σαφώς πιο καθαρό ψηφιακά ήχο. Η μεγάλη τους διαφορά, όμως, βρισκόταν στην τάση τροφοδοσίας, καθώς το παλιό 6581 απαιτούσε 12V, ενώ το νεότερο και πιο αποδοτικό 8580 λειτουργούσε στα 9V.
Το παζλ της μητρικής πλακέτας συμπλήρωναν δύο τσιπ MOS 6526 CIA (Complex Interface Adapters), τα οποία είχαν αναλάβει το απαιτητικό έργο του χρονισμού (timing) και του ελέγχου όλων των διαδικασιών εισόδου και εξόδου (I/O). Συνολικά, κατά τη διάρκεια της μακράς και ένδοξης πορείας του C64, σχεδιάστηκαν και κυκλοφόρησαν περίπου 6 διαφορετικές εκδόσεις της μητρικής πλακέτας (motherboard), με αμέτρητα revisions, αποδεικνύοντας ότι το μηχάνημα εξελισσόταν συνεχώς κάτω από το καπό.

Motherboard του 1982

Motherboard του 1992

​Εξωτερικά και στο πλάι βρίσκουμε 2 game ports στα οποία εκτός από joysticks μπορούμε να συνδέσουμε lightpen, mouse και paddles, την είσοδο τροφοδοσίας (5V DC και 9V AC) και το κουμπί on/off.

Στην πίσω μεριά υπάρχουν ένα expansion port (44-pins) για σύνδεση cartridges, RF output για σύνδεση στην τηλεόραση, video output (5 pins) για σύνδεση με οθόνη, serial Bus (IEEE-488, 6-pins) για εξωτερικό disk drive, cassette port (12 pins) για το κασετόφωνο και ένα user port (RS-232, 24-pin) για σύνδεση modem, εκτυπωτών.

​Η οικογένεια του C64

  • MAX Machine (1982)

Μέσα στη δίνη της δημιουργίας του C64, η ιστορία κρύβει και μια παράξενη, σχεδόν άγνωστη σελίδα. Κυκλοφόρησε αμέσως μετά τον VIC-20 και σχεδόν ταυτόχρονα με τον C64 ένα ιδιαιτέρως σπάνιο μηχάνημα: ο Commodore MAX Machine. Το σύστημα αυτό πουλήθηκε σε εξαιρετικά περιορισμένα κομμάτια, κυρίως στην Ιαπωνία, ενώ είχε σχεδιαστεί να κυκλοφορήσει στην Αμερική με το όνομα Ultimax και στη Γερμανία ως VC-10.
Ο MAX επρόκειτο στην πραγματικότητα να λειτουργήσει ως μια οικιακή κονσόλα παιχνιδιών με περιορισμένη υπολογιστική ισχύ. Για την κατασκευή του, οι μηχανικοί βασίστηκαν σε μια εξαιρετικά υποβαθμισμένη και «φτωχή» έκδοση του hardware που χρησιμοποιήθηκε λίγο αργότερα στον Commodore 64. Διέθετε τη χρηματικά υποτυπώδη μνήμη των μόλις 4Kb, ένα άβολο πληκτρολόγιο μεμβράνης αντί για κανονικά πλήκτρα, και φόρτωνε τα παιχνίδια του αποκλειστικά μέσω cartridges.
Ο αρχικός στόχος της Commodore ήταν να το προσφέρει ως ένα άκρως οικονομικό, low-end προϊόν στην ελκυστική τιμή των $200. Σε πλήρη αντίθεση όμως με τον C64, ο MAX Machine αποδείχθηκε μια παταγώδης εμπορική αποτυχία. Το κοινό τον προσπέρασε επιδεικτικά, οι πωλήσεις κινήθηκαν σε τραγικά επίπεδα και η εταιρεία αναγκάστηκε να σταματήσει εσπευσμένα την παραγωγή του, αφήνοντάς τον στην ιστορία ως ένα σπάνιο ψηφιακό απολίθωμα.
  • Educator 64 (1983)

​

Μια άλλη, εξίσου συναρπαστική και άγνωστη προσπάθεια της εταιρείας να κυριαρχήσει στην αγορά, ακούει στο όνομα Educator 64. Το ιδιαίτερο αυτό μοντέλο –το οποίο έμεινε γνωστό στην ιστορία και ως PET 64 ή Model 4064– γεννήθηκε ως ένα στρατηγικό όπλο της Commodore για να διεισδύσει στα σχολεία των Ηνωμένων Πολιτειών και να ανακόψει την ξέφρενη πορεία του Apple II στην εκπαίδευση.
Για την κατασκευή του, η Commodore επιστράτευσε μια έξυπνη ανακύκλωση υλικών: χρησιμοποίησε μεταχειρισμένες και επισκευασμένες μητρικές πλακέτες από Commodore 64, τις οποίες όμως έκλεισε μέσα στο εμβληματικό, βαρύ μεταλλικό περίβλημα των παλιών υπολογιστών της σειράς PET. Το σύστημα ερχόταν με μια ενσωματωμένη, μονόχρωμη πράσινη οθόνη (green monitor) στο πάνω μέρος του.
Παρά την έξυπνη σχεδίαση και τη νοσταλγική του εμφάνιση, ο Educator 64 δεν κατάφερε ποτέ να συγκινήσει τους δασκάλους και τους μαθητές, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις του να κινηθούν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Η απουσία των χρωμάτων σε ένα hardware που είχε φτιαχτεί για να λάμπει μέσα από την έγχρωμη παλέτα του, αποδείχθηκε το μεγάλο του μειονέκτημα, αφήνοντάς τον στην ιστορία ως ένα σπάνιο συλλεκτικό παράδοξο.
  • SX-64 (1984)

Γνωστός στον κόσμο των επιχειρήσεων και ως Executive 64 ή VIP-64, ο ιδιαίτερος αυτός υπολογιστής αποτελεί την επίσημη φορητή έκδοση του C64. Μάλιστα, κουβαλά  την ιστορική διάκριση του πρώτου έγχρωμου φορητού υπολογιστή στην ιστορία της τεχνολογίας. Αυτό το σχεδιαστικό κομψοτέχνημα ενσωμάτωνε στο σώμα του μια μικροσκοπική έγχρωμη οθόνη CRT 5 ιντσών, καθώς και ένα πλήρες disk drive 1541, ενώ το πληκτρολόγιό του αποσπώταν έξυπνα, λειτουργώντας και ως προστατευτικό καπάκι για τη μεταφορά.
Το βάρος του, βέβαια, άγγιζε τα 10,5 κιλά, γεγονός που τον καθιστούσε περισσότερο «κουβαλητό» παρά φορητό με τη σύγχρονη έννοια. Επιπλέον, παρόλο που διαφημιζόταν ως ιδανικός για ταξίδια, δεν λειτουργούσε με μπαταρίες· ο χρήστης έπρεπε απαρέγκλιτα να αναζητήσει μια πρίζα ρεύματος για να τον θέσει σε λειτουργία.
Δυστυχώς, ο SX-64 δεν κατάφερε να σημειώσει υψηλές πτήσεις στην αγορά, περιοριζόμενος σε περίπου 85.000 πωλήσεις. Η εμπορική αυτή αποτυχία οφειλόταν κυρίως στη δυσανάγνωστη για πολύωρη εργασία οθόνη του, στο ασήκωτο βάρος του, αλλά και στη φτωχή βιβλιοθήκη επαγγελματικού λογισμικού που διέθετε ο C64. Συν τοις άλλοις, είχε να αντιμετωπίσει τον αμείλικτο ανταγωνισμό της εποχής: τον Osborne 1 (που κυριαρχούσε στις επιχειρήσεις με τον Zilog Z80 και το λειτουργικό CP/M) και τον Compaq Portable (ο οποίος έφερε την επανάσταση των 16-bit με το MS-DOS). Παρά την εμπορική του μοίρα, ο SX-64 παραμένει ένα από τα πιο όμορφα και περιζήτητα «κοσμήματα» για κάθε retro συλλέκτη στον πλανήτη.
  • C64 GOLDEN EDITION (1984 ΗΠΑ, 1986 Γερμανία)

Το 1984 στις Ηνωμένες Πολιτείες και αργότερα, το 1986, στην αγορά της Γερμανίας, η Commodore αποφάσισε να γιορτάσει με τον πιο λαμπερό τρόπο ένα ιστορικό ορόσημο: τη συμπλήρωση ενός εκατομμυρίου πωλήσεων του C64 σε καθεμία από αυτές τις δύο χώρες. Για να τιμήσει αυτή την τεράστια επιτυχία, η εταιρεία κυκλοφόρησε μια εξαιρετικά σπάνια, επετειακή έκδοση του υπολογιστή που έμεινε στην ιστορία ως ο «Χρυσός C64».
Κάτω από το περίβλημα, το μηχάνημα ήταν ένας απόλυτα κανονικός και πλήρως λειτουργικός Commodore 64. Όμως εξωτερικά, αλλά και στο εσωτερικό του πλαστικού του σασί, είχε βαφτεί με μια εντυπωσιακή, γυαλιστερή χρυσαφί μεταλλική βαφή που μαγνήτιζε το βλέμμα. Για να τονιστεί ο συλλεκτικός και εορταστικός του χαρακτήρας, ο υπολογιστής δεν προοριζόταν για το γραφείο, αλλά ερχόταν όμορφα τοποθετημένος και βιδωμένος πάνω σε μια ειδική, πολυτελή διακοσμητική πλάκα. Κατασκευασμένος σε ελάχιστα, μετρημένα στα δάχτυλα αντίτυπα, ο χρυσός αυτός C64 αποτελεί σήμερα το απόλυτο «ιερό δισκοπότηρο» και το πιο ακριβό όνειρο για κάθε retro συλλέκτη στον πλανήτη.
  • C64C (1986)

Το 1986, η Commodore προχωρά σε μια σημαντική, στρατηγική κίνηση αναβάθμισης του βασιλιά της, παρουσιάζοντας στο κοινό τον Commodore 64C. Σε επίπεδο λειτουργίας, το νέο μηχάνημα ήταν πανομοιότυπο με τον αρχικό C64, όμως η εξωτερική του εμφάνιση άλλαξε ριζικά. Το παλιό, σκούρο καφέ σασί της «ψωμιέρας» έδωσε τη θέση του σε μια κομψή, λεπτή και ανοιχτόχρωμη σχεδίαση, η οποία δανειζόταν το σύγχρονο ύφος του Commodore 128, ακολουθώντας πιστά τις αισθητικές τάσεις της εποχής.
Κάτω από το καπό, ο διάδοχος έφερε νέες, πιο εξελιγμένες και ενεργειακά αποδοτικές εκδόσεις των βασικών τσιπ (VIC-II, SID και I/O), οι οποίες επέτρεψαν στην εταιρεία να μειώσει δραματικά το κόστος παραγωγής. Για να δελεάσει τους αγοραστές, η Commodore προσέφερε τους πρώτους C64C σε ένα εξαιρετικό πακέτο, το οποίο περιλάμβανε το επαναστατικό γραφικό λειτουργικό σύστημα GEOS της Berkeley Softworks.
Μαζί με το ανανεωμένο μοντέλο, η εταιρεία παρουσίασε και μια ολόκληρη στρατιά από νέα, βελτιωμένα περιφερειακά. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν το λευκό floppy drive 1541C, το σαφώς καλύτερο και πιο αξιόπιστο 1541-II (το οποίο έβγαλε επιτέλους το τροφοδοτικό εκτός συσκευής για να μην υπερθερμαίνεται), το εργονομικό ποντίκι 1351 Mouse, το έγχρωμο μόνιτορ 1802 και η πανίσχυρη επέκταση μνήμης 1764 RAM Expansion Unit (REU).
Δυστυχώς, όμως, η μοίρα έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι στον C64C. Το μηχάνημα παρουσιάστηκε στη λάθος χρονική στιγμή και με τη λάθος τιμή. Η 8-bit τεχνολογία είχε αρχίσει να δείχνει πια τα χρόνια της, και στην αγορά είχαν ήδη αρχίσει να κυριαρχούν με ορμή οι πανίσχυροι 16-bit υπολογιστές, όπως ο Atari ST και η ίδια η Amiga της Commodore. Η «ψωμιέρα» είχε αλλάξει κοστούμι, αλλά το μέλλον ανήκε πλέον σε μια νέα, τρισδιάστατη εποχή.
  • C64 Aldi (1987)

Η εμπορική ιδιοφυΐα της Commodore και η ανάγκη της να κρατήσει ζωντανό το brand name του C64 με κάθε κόστος, οδήγησε το 1987 σε μία από τις πιο παράξενες και διάσημες συνεργασίες στην ιστορία του hardware. Η συγκεκριμένη, σπάνια έκδοση του υπολογιστή πουλήθηκε αποκλειστικά και μόνο στην αγορά της Γερμανίας, και μάλιστα μέσα από τα ράφια της γνωστής αλυσίδας σούπερ μάρκετ Aldi, από την οποία πήρε τελικά και το ανεπίσημο όνομά της.
Εμφανισιακά, ο C64 «Aldi» ήταν ένα πραγματικό υβρίδιο που μαγνήτιζε το μάτι. Η Commodore, θέλοντας να ξεφορτωθεί το στοκ των παλιών υλικών της, χρησιμοποίησε το κλασικό, καφέ σασί της αρχικής «ψωμιέρας», αλλά το συνδύασε με το ανοιχτό γκρίζο πληκτρολόγιο που είχε σχεδιαστεί για τον νεότερο C64C.
Πίσω όμως από το περίβλημα, η μητρική πλακέτα είχε υποστεί έναν δραματικό και ριζικό επανασχεδιασμό, με μοναδικό σκοπό να ελαχιστοποιηθεί στο έπακρο το κόστος παραγωγής. Αυτή η οικονομική «αιμορραγία» του hardware είχε ως αποτέλεσμα να αφαιρεθούν ορισμένες δευτερεύουσες γραμμές τροφοδοσίας από τις θύρες επέκτασης, κάνοντας το μηχάνημα ιδανικό για ατελείωτες ώρες gaming, αλλά ασύμβατο με ορισμένα εξειδικευμένα επαγγελματικά περιφερειακά της εποχής. Ο C64 «Aldi» παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό παράσημο της χρυσής 8-bit εποχής, αποδεικνύοντας ότι ένας θρυλικός υπολογιστής μπορούσε να κυριαρχήσει ακόμα και δίπλα στα καθημερινά ψώνια του σπιτιού.
  • C64GS (1990)

Μέσα στο κλίμα της σταδιακής παρακμής, η Commodore υπέπεσε σε ένα ακόμα τραγικό, επιχειρηματικό σφάλμα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να εισβάλει στον άκρως ανταγωνιστικό χώρο των οικιακών παιχνιδομηχανών. Παίρνοντας τη γνώριμη μητρική πλακέτα του C64 και τροποποιώντας τη βιαστικά ώστε να δέχεται τα cartridges από το πάνω μέρος, η εταιρεία κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1990 το Commodore 64 Games System (C64GS). Ο μεγάλος και φιλόδοξος στόχος ήταν να χτυπηθούν στα ίσια οι ιαπωνικοί κολοσσοί της Nintendo και της Sega.
Οι λόγοι της παταγώδους αποτυχίας του C64GS, ωστόσο, ήταν προφανείς και ανίκητοι. Το σύστημα συνάντησε μια εξαιρετικά φτωχή και απρόθυμη υποστήριξη από τις μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης παιχνιδιών. Σαν να μην έφτανε αυτό, η ίδια η ύπαρξη του Commodore 64 στα δωμάτια των χρηστών έκανε την αγορά της κονσόλας εντελώς περιττή.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η απαρχαιωμένη, 8-bit τεχνολογία του. Τη στιγμή που η Commodore προσπαθούσε να γοητεύσει τους gamers με το hardware του 1982, οι ανταγωνιστικές κονσόλες της Sega και της Nintendo έφεραν την επανάσταση των 16-bit, προσφέροντας γραφικά και ταχύτητες από το μέλλον.
Το τελειωτικό, σχεδόν κωμικό χτύπημα ήρθε από το γεγονός ότι πολλά παιχνίδια που μεταφέρθηκαν στην κονσόλα, απαιτούσαν από τον παίκτη να πατήσει κάποιο πλήκτρο στο πληκτρολόγιο για να ξεκινήσει το παιχνίδι – κάτι πρακτικά αδύνατον, αφού το C64GS δεν διέθετε πληκτρολόγιο! Η παραγωγή του σταμάτησε εσπευσμένα, αφήνοντας πίσω της περίπου 25.000 αποκληρωμένες μονάδες και σφραγίζοντας το τέλος των πειραματισμών με την «ψωμιέρα».
  • C64G (1990)

​

Αποτελεί την τελευταία και οριστική έκδοση του θρυλικού υπολογιστή που κυκλοφόρησε στην αγορά, τον περίφημο Commodore 64G. Για τη δημιουργία του, η εταιρεία επέστρεψε συναισθηματικά στην αρχική, αγαπημένη εμφάνιση της «ψωμιέρας», χρησιμοποιώντας όμως ένα σαφώς πιο ανοιχτό, κρεμ χρώμα για το σασί, παρόμοιο με αυτό που είχε καθιερώσει ο C64C.
Το πληκτρολόγιο αυτού του μοντέλου αποτελεί ένα μοναδικό μπερδεμένο αίνιγμα για τους συλλέκτες: εμφανίστηκε στην αγορά είτε με το αρχικό μαύρο χρώμα και τους γραφικούς χαρακτήρες PETSCII τυπωμένους στην μπροστινή πλευρά των πλήκτρων, είτε με το γκρι κοστούμι του C64C, όπου οι χαρακτήρες βρίσκονταν στην πάνω μεριά. Είναι πλέον ιστορικά αποδεδειγμένο ότι η Commodore προσπάθησε απεγνωσμένα να αδειάσει τις αποθήκες της, χρησιμοποιώντας όλο το εναπομείναν απόθεμά της, με αποτέλεσμα να προκύψουν αυτοί οι περίεργοι και ασυνήθιστοι χρωματικοί συνδυασμοί. Μάλιστα, πολλά από αυτά τα ύστερα μηχανήματα κατασκευάστηκαν από εξαρτήματα και πλακέτες που είχαν ξεμείνει στα αζήτητα από την παταγώδη αποτυχία της κονσόλας C64GS.
Δυστυχώς, αυτή η βιαστική ανακύκλωση υλικών άφησε βαθιές πληγές στο τελικό προϊόν. Η ποιότητα κατασκευής του C64G δεν ήταν καθόλου καλή. Ο υπολογιστής παρουσίαζε κακό, αλλοιωμένο ήχο με έντονα παράσιτα, καθώς το τσιπ SID ήταν πλέον ενσωματωμένο στη μητρική πλακέτα χωρίς την απαραίτητη προστασία, ενώ εμφάνιζε και σποραδικά προβλήματα συμβατότητας με παλαιότερο λογισμικό, εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων του επεξεργαστή MOS 8500. Ο C64G ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, η τελική, απέλπιδα προσπάθεια της Commodore να ξεφορτωθεί τα τεράστια αποθέματα των ανταλλακτικών της, κλείνοντας με έναν κάπως άδοξο, αλλά άκρως συλλεκτικό τρόπο το βιβλίο της ιστορίας του μεγαλύτερου 8-bit θρύλου.
Τα παιχνίδια που έχτισαν μια αυτοκρατορία
Commodore 64 χωρίς παιχνίδια, πολύ απλά, δεν γίνεται! Εξάλλου, ο κύριος λόγος που η «ψωμιέρα» λατρεύτηκε όσο κανένας άλλος 8-bit υπολογιστής στην ιστορία, ήταν η μυθική βιβλιοθήκη των παιχνιδιών της, που έσπρωξε τα όρια της οικιακής διασκέδασης σε άγνωστα μέχρι τότε επίπεδα. Ας θυμηθούμε μερικούς από τους κορυφαίους και πιο εμβληματικούς τίτλους που πέρασαν από τις οθόνες μας και σφράγισαν ανεξίτηλα τη νιότη μας:
    • IK+ (International Karate+): Ο απόλυτος βασιλιάς των παιχνιδιών πολεμικών τεχνών, με απίστευτα ομαλό animation, γρήγορη δράση και τη γνωστή δόση χιούμορ.

    • Maniac Mansion & Zak McKracken and the Alien Mindbenders: Τα αριστουργήματα της Lucasfilm Games που μας σύστησαν τη θρυλική μηχανή SCUMM, αλλάζοντας για πάντα τον χάρτη των graphic adventures.

    • Sid Meier’s Pirates!: Ένας αχανής, καθηλωτικός κόσμος ελευθερίας στην Καραϊβική που απέδειξε την καθαρή σχεδιαστική ιδιοφυΐα του δημιουργού του.

    • Ultima IV: Quest of the Avatar: Το βαθύ, φιλοσοφημένο RPG του Richard Garriott που δεν ζητούσε απλά την εξόντωση ενός κακού, αλλά τη δοκιμασία της ηθικής του παίκτη.

    • Last Ninja 2: Ένας τεχνολογικός άθλος της System 3 με πανέμορφα ισομετρικά γραφικά και ένα από τα πιο επικά soundtracks στην ιστορία των 8-bit.

    • Project Firestart: Ένας σκοτεινός, ατμοσφαιρικός τίτλος της Electronic Arts που έθεσε τις βάσεις για το είδος του survival horror, χρόνια πριν εμφανιστεί το Resident Evil.

    • Archon: The Light and the Dark: Η ιδιοφυής ένωση του σκακιού με τη live δράση, όπου τα πιόνια μονομαχούσαν μέχρι θανάτου σε μια αιώνια μάχη φωτός και σκοταδιού.

    • Turrican I & II (The Final Fight): Η απόλυτη, καταιγιστική arcade δράση που έκανε τον C64 να βγάλει γραφικά και μουσικές που κανείς δεν πίστευε ότι μπορούσε να παράγει.

    • Defender of the Crown: Το επικό, κινηματογραφικό παιχνίδι στρατηγικής της Cinemaware που μας άφησε άναυδους με τα πανέμορφα, ζωγραφισμένα στο χέρι γραφικά του.

    • Wasteland: Η μετα-αποκαλυπτική περιπέτεια της Interplay που έγραψε ιστορία για τις επιλογές που έδινε και αποτέλεσε τον πνευματικό πατέρα της σειράς Fallout.

    • Bubble Bobble: Η τέλεια, απίστευτα εθιστική μεταφορά του αγαπημένου arcade της Taito που μας χάρισε αμέτρητες ώρες διπλού multiplayer.

Αυτά τα παιχνίδια δεν ήταν απλώς ψηφιακή διασκέδαση, ήταν τα παράθυρα σε κόσμους φαντασίας που έκαναν τον Commodore 64 τον πιο αγαπημένο υπολογιστή όλων των εποχών.
Trivia
  • Το μπερδεμένο γενεαλογικό δέντρο του VIC: Πριν ο Commodore 64 πάρει το τελικό του όνομα, το αρχικό πρωτότυπο μοντέλο του είχε βαφτιστεί «VIC-30». Παράλληλα, στα εργαστήρια της εταιρείας βρισκόταν υπό ανάπτυξη και ο «VIC-40», ο οποίος ουσιαστικά ήταν ένας VIC-20 με την πολυπόθητη δυνατότητα να απεικονίζει 40 στήλες κειμένου. Ο VIC-40 δεν κυκλοφόρησε ποτέ στα καταστήματα, καθώς η γέννηση του C64 τον έσβησε από τον χάρτη. Μέσα σε αυτή την ονοματολογία υπήρχε και ο «VIC-10», ο οποίος έμεινε τελικά γνωστός στην ιστορία ως ο αποτυχημένος Commodore MAX Machine που γνωρίσαμε στην Ιαπωνία.

  • Ο εφιάλτης των ελαττωματικών τσιπ: Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την επίσημη και πολυαναμενόμενη κυκλοφορία του C64 στην αγορά, οι τεχνικοί της MOS Technology ήρθαν αντιμέτωποι με ένα σοκαριστικό εύρημα. Περίπου το 33% των ήδη κατασκευασμένων μηχανημάτων και των custom τσιπ (VIC-II και SID) βρέθηκαν να είναι εντελώς ελαττωματικά κατά τη διάρκεια των δοκιμών, προκαλώντας πανικό στη διοίκηση και έναν αγώνα δρόμου για να διορθωθούν οι γραμμές παραγωγής.

  • Η «ψωμιέρα» με σκληρό δίσκο: Αν και το 1982 κανείς δεν μπορούσε να το φανταστεί, ο Commodore 64 αποδείχθηκε τόσο επεκτάσιμος που, χάρη σε εξειδικευμένα περιφερειακά από τρίτους κατασκευαστές (όπως η CMD), κατάφερε στα χρόνια της ωριμότητάς του να υποστηρίξει τη σύνδεση εξωτερικών σκληρών δίσκων με τη θηριώδη για την εποχή χωρητικότητα των έως και 30 MB!

  • Το χαμένο «ιερό δισκοπότηρο» της Commodore: Ο επίσημος, μεγάλος αντικαταστάτης του βασιλιά, ο περίφημος Commodore 65 (γνωστός και ως C64DX), δεν κατάφερε ποτέ να βγει επίσημα στην αγορά. Αν και διέθετε εντυπωσιακά τεχνικά χαρακτηριστικά –που γεφύρωναν τον κόσμο των 8-bit με τα 16-bit– παρέμεινε για πάντα εγκλωβισμένος στο επίπεδο του πρωτοτύπου. Η παραγωγή του ακυρώθηκε οριστικά από τα μεγάλα κεφάλαια της εταιρείας, καθώς φοβήθηκαν ότι η κυκλοφορία του θα έπληττε την ήδη τεράστια και κερδοφόρα επιτυχία της 16-bit Amiga. Τα ελάχιστα πρωτότυπα του C65 που διασώθηκαν από την καταστροφή αποτελούν σήμερα τα πιο ακριβά και σπάνια κειμήλια της ψηφιακής ιστορίας.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το άρθρο μου! Αν σας άρεσε κοινοποιήστε το ή γράψτε τα σχόλια σας!

Share This Story, Choose Your Platform!