

Brett Sperry και Louis Castle
Τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της, η Westwood Associates τα αφιέρωσε με πολύ μεράκι και σκληρή δουλειά στη μεταφορά γνωστών παιχνιδιών από τη μία πλατφόρμα στην άλλη. Η κύρια αποστολή της ήταν να δίνει νέα πνοή σε παλιούς τίτλους, μεταφέροντάς τους από τα περιορισμένα 8-bit μηχανήματα στα πανίσχυρα, για την εποχή, 16-bit συστήματα – όπως, για παράδειγμα, από τον θρυλικό Commodore 64 στον επαναστατικό Atari ST.
Το μεγάλο βήμα, όμως, έγινε το 1988, όταν η εταιρεία κυκλοφόρησε τον πρώτο δικό της, αυθεντικό τίτλο: το RPG «Mars Saga» για Commodore 64/128, Apple II και MS-DOS. Η απειρία και η μεγάλη βιασύνη των ανθρώπων της εταιρείας να ρίξουν το παιχνίδι όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην αγορά, οδήγησαν σε αρκετά τεχνικά σφάλματα (bugs). Η Westwood, όμως, δεν το έβαλε κάτω. Θέλοντας να διορθώσει το λάθος της και να δικαιώσει τους παίκτες, πήρε το παιχνίδι πίσω στο εργαστήριο, έκανε τις απαραίτητες διορθώσεις και το επανακυκλοφόρησε το 1989 με το όνομα «Mines of Titan». Την ίδια εκείνη δημιουργική περίοδο, το 1988, η ομάδα απέδειξε το ταλέντο της βγάζοντας στις αγορές και το «BattleTech: The Crescent Hawk’s Inception», ένα καθηλωτικό turn-based adventure/role-playing παιχνίδι που αγαπήθηκε πολύ.
Το 1990, η Westwood κυκλοφορεί το πρώτο της παιχνίδι που έμελλε να γίνει μια τεράστια, παγκόσμια επιτυχία: το θρυλικό RPG «Eye of the Beholder», βασισμένο στους κανόνες του επιτραπέζιου Dungeons & Dragons. Την ίδια χρονιά, όμως, κάνει και ένα πρώτο, επαναστατικό βήμα με το «BattleTech: The Crescent Hawk’s Revenge». Ήταν το πρώτο παιχνίδι ενός ολοκαίνουργιου είδους. Το είδος; Real Time Strategy (Στρατηγική Πραγματικού Χρόνου). Η δημιουργικότητα της ομάδας χτυπάει κόκκινο, προσφέροντας παράλληλα τίτλους όπως τα «Circuit’s Edge» και «DragonStrike».
Το 1992 αποτελεί χρονιά-σταθμό. Η εταιρεία μετονομάζεται επίσημα στο γνώριμο και αγαπημένο μας «Westwood Studios» και εξαγοράζεται από τη Virgin Interactive. Εκείνη την ίδια μαγική χρονιά, η Westwood αλλάζει μια για πάντα τα δεδομένα στα παιχνίδια στρατηγικής, θέτοντας τα θεμέλια του είδους με το μνημειώδες «Dune II: The Building of a Dynasty». Ταυτόχρονα, μαγεύει τους λάτρεις των adventures, βγάζοντας στην αγορά το πρώτο κεφάλαιο της θρυλικής τριλογίας «The Legend of Kyrandia», αλλά και το εξαιρετικό «Dungeons & Dragons: Warriors of the Eternal Sun». Η περίοδος μεταξύ 1992 και 1995 μεταμορφώνεται σε μια χρυσή εποχή. Η Westwood παραδίδει στο κοινό μερικά από τα καλύτερα παιχνίδια της ιστορίας της, όπως το αριστουργηματικό «Lands of Lore: Throne of Chaos», την ψηφιακή έκδοση της «Monopoly», το πανέμορφο «Young Merlin» και, φυσικά, το πασίγνωστο και εμπορικότερο «The Lion King» που μεγάλωσε γενιές και γενιές gamers.
Στις 31 Αυγούστου 1995, ο κόσμος του PC gaming αλλάζει συγκλονιστικά. Κάνει το ντεμπούτο του στην αγορά το «Command & Conquer» –ή απλά C&C–, η πρώτη μυθική εμπορική επιτυχία της εταιρείας. Η επιστροφή της Westwood στα λημέρια των Real-Time Strategy αποδείχθηκε η πιο σοφή απόφαση της ιστορίας της. Εμπλουτισμένο με μπόλικες, απολαυστικές FMV cutscenes (με αληθινούς ηθοποιούς) και αποστολές γεμάτες καταιγιστική δράση, το C&C κατάφερε το ακατόρθωτο: να κάνει τα παιχνίδια στρατηγικής αγαπητά, ζωντανά και προσιτά στο ευρύ κοινό.
Το Command & Conquer έγινε αμέσως ένα από τα παιχνίδια με τις μεγαλύτερες πωλήσεις της εποχής, ένα ιστορικό ρεκόρ που κράτησε μέχρι την κυκλοφορία ενός άλλου, ακόμα μεγαλύτερου τίτλου, που βγήκε πάλι μέσα από τα δικά της σπλάχνα: του θρυλικού «Red Alert». Συνολικά, η σειρά C&C ξεπέρασε το ασύλληπτο νούμερο των 20 εκατομμυρίων αντιτύπων – ένα επίτευγμα πραγματικά εντυπωσιακό, αν συνυπολογίσει κανείς ότι μιλάμε για μια εποχή που τα παιχνίδια αυτά έτρεχαν αποκλειστικά σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Westwood βρισκόταν στο απόγειο της δόξας της, κυκλοφορώντας αριστουργήματα όπως το ατμοσφαιρικό «Blade Runner» (1997) και το «Dune 2000» (1998), ενώ παράλληλα χάρισε στους gamers σπουδαίες συνέχειες, όπως το «Lands of Lore: Guardians of Destiny» (1997) και, φυσικά, τις εκρηκτικές προσθήκες στο σύμπαν του «Command & Conquer: Red Alert».
Το 1998, το σκηνικό αλλάζει δραματικά. Η Electronic Arts εξαγοράζει τα περιουσιακά στοιχεία της Virgin Interactive στις ΗΠΑ, και μαζί με αυτά αποκτά και το μεγάλο της έπαθλο: τη Westwood. Εκείνη τη μοιραία στιγμή, η Westwood βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της, κατέχοντας το εντυπωσιακό 5-6% ολόκληρης της παγκόσμιας αγοράς των ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Η αντίδραση των ανθρώπων της εταιρείας σε αυτή την εξαγορά ήταν άμεση και οργισμένη. Πολλοί κορυφαίοι υπάλληλοι και δημιουργοί παραιτήθηκαν και έφυγαν, αφήνοντας πίσω τους ημιτελή σπουδαία projects, όπως το πολυαναμενόμενο «Command & Conquer: Tiberian Sun». Σαν να μην έφτανε αυτό, η EA, με τη γνωστή εταιρική της ψυχρότητα, ακύρωσε αμέσως πολλά παιχνίδια που βρίσκονταν ήδη υπό ανάπτυξη.
Τελικά, το 1999, μέσα από μύρια κύματα και αμέτρητα προβλήματα, το «Tiberian Sun» καταφέρνει να κυκλοφορήσει. Η δίψα του κοινού ήταν τέτοια που, μέσα σε μόλις έναν μήνα, το παιχνίδι πουλάει το ασύλληπτο νούμερο του 1,5 εκατομμυρίου αντιτύπων. Όμως, οι εσωτερικές πληγές ήταν βαθιές. Λίγους μήνες αργότερα, η εταιρεία διασπάται στα δύο: στη Westwood Las Vegas και στη Westwood Pacific (η οποία ουσιαστικά ήταν το παλιό στούντιο ανάπτυξης της Virgin Interactive στην Καλιφόρνια).
Τον Ιανουάριο του 2000, η εταιρεία κυκλοφορεί το action RPG «Nox», ενώ τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς σκάει σαν βόμβα το μνημειώδες «Red Alert 2» – μια δημιουργία-σταθμός της Westwood Pacific. Την επόμενη χρονιά, η Pacific συνεχίζει το σερί των επιτυχιών βγάζοντας το κορυφαίο expansion pack «Yuri’s Revenge», την ώρα που η Westwood Las Vegas παραδίδει στους gamers το εντυπωσιακό τρισδιάστατο «Emperor: Battle for Dune».
Το 2002, η εταιρεία κυκλοφορεί τον τελευταίο της ουσιαστικά τίτλο, με το όνομα «Command & Conquer: Renegade». Ήταν μια τολμηρή προσπάθεια, ένα παιχνίδι first & third-person shooter που προσπάθησε να μεταφέρει τον παίκτη μέσα στο πεδίο της μάχης του C&C. Δυστυχώς όμως, το παιχνίδι απέτυχε να ανταποκριθεί τόσο στις προσδοκίες των καταναλωτών όσο και στους σκληρούς εμπορικούς στόχους που είχε θέσει η EA.
Το άδικο τέλος…
Το 2003, γράφεται η τελευταία και πιο μαύρη σελίδα: η Westwood Studios διαλύεται οριστικά από την EA και το εναπομείναν προσωπικό της μεταφέρεται για να αφομοιωθεί στα γραφεία της εταιρείας στο Λος Άντζελες. Τη θλιβερή στιγμή της διάλυσης, το στούντιο απασχολούσε μόλις το ένα τρίτο του αρχικού του προσωπικού. Η φλόγα της Westwood, όμως, αρνήθηκε να σβήσει εντελώς. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, κορυφαία πρώην στελέχη της –μεταξύ των οποίων οι Joe Bostic, Mike Legg και Steve Tall– ενώνονται ξανά και δημιουργούν την Petroglyph Games. Ήταν μια συγκινητική κίνηση, την οποία η κοινότητα των gamers εξέλαβε αμέσως ως την πραγματική αναγέννηση της Westwood Studios. Ο τελευταίος πιστός υπάλληλος της αυθεντικής Westwood παραιτήθηκε από την EA αμέσως μετά την κυκλοφορία του «Command & Conquer: Generals», τον Φεβρουάριο του 2003.
Η κληρονομιά που άφησαν πίσω τους, όμως, παραμένει αθάνατη. Τον Μάρτιο του 2010, η σειρά «Command & Conquer» μπήκε πανηγυρικά στο βιβλίο των ρεκόρ Guinness, κερδίζοντας τον τίτλο του πιο παραγωγικού Real-Time Strategy παιχνιδιού όλων των εποχών. Από το μυθικό ντεμπούτο του το 1995, το σύμπαν του C&C μέτρησε 37 διαφορετικές εκδόσεις, με τη σειρά να ξεπερνά συνολικά τα 30 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως. Η Westwood μπορεί να χάθηκε άδικα, αλλά τα παιχνίδια της θα ζουν για πάντα στις καρδιές μας.

Σας ευχαριστώ που διαβάσατε το άρθρο μου! Αν σας άρεσε κοινοποιήστε το ή γράψτε τα σχόλια σας!











Leave A Comment